Wednesday, November 15, 2017

Την ενότητα της πίστεως και την κοινωνίαν του Αγίου Πνεύματος ... (Θεία Λειτουργία)

«Την ενότητα της πίστεως και την κοινωνίαν του Αγίου Πνεύματος αιτησάμενοι, εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». 
Αφού ζητήσαμε από το Θεό τη μία και ενιαία πίστη και τη συμμετοχή στις δωρεές του Αγίου Πνεύματος, ας εμπιστευθούμε τους εαυτούς μας και τους άλλους και ολόκληρη τη ζωή μας στο Χριστό το Θεό μας. 
(Θεία Λειτουργία)

Friday, November 10, 2017

Η Παναγία, όταν έχουμε ανάγκη απαντά αμέσως στη προσευχή μας ( Άγιος Γέροντας Παΐσιος )

– Γέροντα, γιατί η Παναγία άλλοτε µου δίνει αµέσως αυτό που της ζητώ και άλλοτε όχι;

– Η Παναγία, όποτε έχουµε ανάγκη, απαντά αµέσως στην προσευχή µας, όποτε δεν έχουµε, µας αφήνει, για να αποκτήσουµε λίγη παλληκαριά.

Όταν ήµουν στην Μονή Φιλοθέου, µια φορά, αµέσως µετά την αγρυπνία της Παναγίας µε έστειλε ένας Προϊστάμενος να πάω ένα γράµµα στην Μονή Ιβήρων. Ύστερα έπρεπε να πάω κάτω στον αρσανά της µονής και να περιµένω ένα γεροντάκι που θα ερχόταν µε το καραβάκι, για να το συνοδεύσω στο µοναστήρι µας – απόσταση µιαµιση ώρα µε τα πόδια.

Ήµουν από νηστεία και από αγρυπνία.

Τότε την νηστεία του Δεκαπενταυγούστου την χώριζα στα δύο µέχρι της Μεταµορφώσεως δεν έτρωγα τίποτε, την ηµέρα της Μεταµορφώσεως έτρωγα, και µετά µέχρι της Παναγίας πάλι δεν έτρωγα τίποτε. Έφυγα λοιπόν αµέσως µετά την αγρυπνία και ούτε σκέφθηκα να πάρω µαζί µου λίγο παξιµάδι. Έφθασα στην Μονή Ιβήρων, έδωσα το γράµµα και κατέβηκα στον αρσανά, για να περιµένω το καραβάκι. Θα ερχόταν κατά τις τέσσερις το απόγευµα, αλλά αργούσε να έρθη.

Άρχισα εν τω µεταξύ να ζαλίζωµαι.

Πιό πέρα είχε µια στοίβα από κορµούς δένδρων, σαν τηλεγραφόξυλα, και είπα µε τον λογισµο µου: «Ας πάω να καθήσω εκεί που είναι λίγο απόµερα, για να µη µε δη κανείς και αρχίση να µε ρωτάη τι έπαθα». Όταν κάθησα, µου πέρασε ο λογισµός να κάνω κοµποσχοίνι στην Παναγία να µου οικονοµήση κάτι.

Αλλά αµέσως αντέδρασα στον λογισµο και είπα: «Ταλαίπωρε, για τέτοια τιποτένια πραγµατα θα ενοχλής την Παναγία;».

Τότε βλέπω µπροστά µου έναν Μοναχό. Κρατούσε ένα στρογγυλό ψωµι, δύο σύκα και ένα µεγάλο τσαµπι σταφύλι. «Πάρε αυτά, µου είπε, εις δόξαν της Κυρίας Θεοτόκου», και χάθηκε.

Ε, τότε διαλύθηκα µε έπιασαν τα κλάµατα, ούτε ήθελα να φάω πιά… Πα, πα! Τι Μάνα είναι Αυτή! Να φροντίζη και για τις µικρότερες λεπτοµέρειες! Ξέρεις τι θα πη αυτό! 
 
Περί Προσευχής
Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου Λόγοι ς´.

Sunday, November 5, 2017

Δόξα σοι Παναγία μου Θεοτόκε!

Επιθανάτια οπτασία: «Δόξα σοι Παναγία μου Θεοτόκε!»

Ζούσε κάποτε στη Βασιλεύουσα μια πλούσια νέα, η Άννα, που έτυχε να αρρωστήσει βαριά και να πλησιάσει στο θάνατο. Όσοι την παράστεκαν, νόμισαν κάποια στιγμή πως πέθανε. Για μια μέρα η μητέρα της και η αδερφή της την έκλαιγαν σαν νεκρή.

Το απόγευμα όμως η Άννα άπλωσε τα χέρια της και φώναξε:
Δόξα σοι Παναγία μου Θεοτόκε!

Ύστερα σηκώθηκε και ασπάστηκε τους δικούς της. Εκείνοι τότε κάλεσαν τον πνευματικό της. Όταν ήρθε, η Άννα του διηγήθηκε:

– Ένιωθα βουβή και νεκρωμένη, οπότε βλέπω μπροστά μου δύο φοβερούς άνδρες. Μου φάνηκε πως ήταν οι Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ. Είχαν τόση λαμπρότητα, που είναι αδύνατο να την περιγράψω. Με πήραν λοιπόν και με ανέβασαν στον ουρανό. Δεν θα ξεχάσω το πλήθος των αγγέλων, που έψαλλε μεγαλόφωνα: «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου». Γονάτισα, κι ενώ προσκυνούσα, άκουσα μια φωνή δυνατή να λέει: «Πάρτε την και πηγαίνετε την στα καταχθόνια». Με πήραν αμέσως οι Αρχάγγελοι, με κατέβασαν στον σκοτεινό Άδη και με άφησαν μόνη. Τριγύρω ακουγόταν θρήνος και κλαυθμός. «Αλλοίμονο μου», μονολογούσα. «Τι θα γίνω; Παναγία μου λύτρωσε με απ’ αυτόν τον φοβερό τόπο, κι αν ζήσω, θα μετανοήσω μ’ όλη μου την καρδιά», παρακαλούσα με δάκρυα. «Εδώ ήρθες κι εσύ;», μου έλεγαν οι κολασμένοι. «Ας τηρούσες τους νόμους του Ευαγγελίου, δεν θα είχες κολασθεί».

Πέρασε πολλή ώρα. Ξαφνικά βλέπω πάλι τους Αρχαγγέλους να πλησιάζουν και να μου λένε: «Σήκω επάνω. Η Θεοτόκος σου χαρίζει τη ζωή. Πήγαινε να μετανοήσεις για τις αμαρτίες σου και να συμφιλιωθείς με τους κουνιάδους σου. Σε δύο μήνες θα έρθουμε να σε παραλάβουμε οριστικά. Φρόντισε λοιπόν να κάνεις καλά έργα, για να σωθείς». Αυτά μου είπαν οι Αρχάγγελοι κι αμέσως βρέθηκα ζωντανή. Πραγματικά, ύστερα από δύο μήνες έφυγε οριστικά η νέα για τον ουρανό με ειλικρινή μετάνοια.

Wednesday, November 1, 2017

Άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός οι Ανάργυροι και θαυματουργοί




Άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός οι Ανάργυροι και θαυματουργοί

Εορτάζει στις 1 Νοεμβρίου εκάστου έτους.



Ει και παρήκαν γην Ανάργυροι δύω,

Πληρούσιν, ως πριν, καΙ πάλιν γην θαυμάτων.

Πρώτη Ακέστορε φώτε Νοεμβρίου έκπτατον εκ γης.



Βιογραφία

Οι Άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός κατάγονταν από την Ασία. Οι γονείς τους ήταν άριστο πρότυπο χριστιανών συζύγων.



Όταν η μητέρα τους Θεοδότη έμεινε χήρα, αφιέρωσε κάθε προσπάθεια της στη χριστιανική ανατροφή των δυο παιδιών της, Κοσμά και Δαμιανού. Τους δύο αδελφούς διέκρινε μεγάλη ευφυΐα και επιμέλεια, γι’ αυτό και σπούδασαν πολλές επιστήμες. Ιδιαίτερα όμως, επιδόθηκαν στην ιατρική επιστήμη, την οποία εξασκούσαν σαν διακονία φιλανθρωπίας προς τον πλησίον. Θεράπευαν τις ασθένειες των ανθρώπων, και ιδιαίτερα των φτωχών, χωρίς να παίρνουν χρήματα, γι’ αυτό και ονομάστηκαν Ανάργυροι. Πολλοί ασθενείς που θεραπεύθηκαν ήθελαν να τους ευχαριστήσουν. Αλλά αυτοί, δε δέχονταν τις ευχαριστίες και απαντούσαν με τον ορθό λόγο της Αγίας Γραφής: «Η ευλογία και η δόξα και η σοφία και η ευχαριστία και η τιμή και η δύναμις και η ισχύς τω Θεώ ημών εις τους αιώνας των αιώνων» (Αποκάλυψη Ιωάννου, ζ’ 12). Δηλαδή, όλος ο ύμνος και η δόξα και η σοφία και η ευχαριστία και η τιμή και η δύναμη και η ισχύς, ανήκει στο Θεό μας, στους αιώνες των αιώνων.

Έτσι ταπεινά αφού διακόνησαν σε όλη τους τη ζωή τον πλησίον, πέθαναν ειρηνικά και ετάφησαν στην τοποθεσία Φερεμά.



Απολυτίκιον

Ήχος γ’. Θείας πίστεως.


Θείου Πνεύματος, τη χειρουργία, θεραπεύετε, παντοίας νόσους, συν Κοσμά Δαμιανέ οι Ανάργυροι, ο γαρ Σωτήρ ιατρούς υμάς έδειξεν, εις περιποίησιν πάντων και ίασιν όθεν ρύσασθε, παθών δυσαλθών και θλίψεων, τους ποθώ τω ναώ υμών προστρέχοντας.



Έτερον Απολυτίκιον (Κατέβασμα)

Ήχος πλ δ’.

Άγιοι Ανάργυροι και θαυματουργοί, επισκέψασθε τας ασθενείας ημών, δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε ημίν.



Κοντάκιον

Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.

Εκ της Ασίας ώσπερ δύο αστέρες, εξανατείλαντες Ανάργυροι θείοι, τη οικουμένη λάμπετε θαυμάτων ταις αυγαίς, νόσους μεν ιώμενοι, και δεινάς καχεξίας, χάριν δε παρέχοντες, τοις πιστοίς ευρωστίας, Δαμιανέ θεόφρον και Κοσμά, χειμαζομένων, λιμένες πανεύδιοι.



Έτερον Κοντάκιον

Ήχος β’.

Οι την χάριν λαβόντες των ιαμάτων, εφαπλούτε την ρώσιν τοις εν ανάγκαις, Ιατροί θαυματουργοί ένδοξοι, αλλά τη υμών επισκέψει, και των πολεμίων τα θράση κατευνάσατε, τον κόσμον ιώμενοι εν τοις θαύμασιν.



Κάθισμα

Ήχος πλ. δ’. Την Σοφίαν.

Ουρανόθεν θαυμάτων την δωρεάν, παραδόξως λαβόντες παρά Χριστού, πάντα θεραπεύετε, αενάως τα πάθη εν υμίν γαρ ώφθη, η χάρις του Πνεύματος, χορηγούσα θείων, ιάσεων δύναμιν όθεν και αφθάρτων, αγαθών ευπορίαν, τη πίστει εκτήσασθε, αναργύρω φρονήματι, Θεοφόροι Ανάργυροι, πρεσβεύσατε Χριστώ τω Θεώ, των πταισμάτων άφεσιν δωρήσασθαι, τοις εορτάζουσι πόθω, την αγίαν μνήμην υμών.

Ο Οίκος

Πασης συνέσεως και σοφίας υπέρκειται ο λόγος των σοφών ιατρών του γαρ Υψίστου χάριν λαβόντες, αοράτως την ρώσιν δωρούνται πάσιν όθεν καμοί, διηγήσεως χάριν δεδώρηνται, υμνήσαι ως θεοφόρους, ευαρέστους Θεού και θεράποντας, ιαμάτων πλήθη παρέχοντας αλγηδόνων γαρ πάντας λυτρούνται, τον κόσμον ιώμενοι εν τοις θαύμασι.



Μεγαλυνάριον

Οίά περ θεράποντες ιατροί, ψυχών και σωμάτων, ασθενείας οδυνηράς, ιάσασθε τάχος, αρρήτω επισκέψει, ημών θαυματοβρύται, σοφοί Ανάργυροι.

http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/10/blog-post_31.html

Friday, October 27, 2017

Θεέ του Αγίου Δημητρίου, βοήθει μας! ( Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιωτου )

Σήμερα είνε εορτή του αγίου Δημητρίου και χιλιάδες κόσμος εορτάζει. Εορτάζουν πολλά χωριά και πόλεις, γιατί το όνομα του αγίου Δημητρίου είνε ένα από τα πιο προσφιλή και αγαπητά ονόματα μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

«Ο Άγιος Δημήτριος τιμάται σ’ όλα τα μέρη όπου υπάρχουν ορθόδοξοι. Στη Σερβία, αν πάμε, θα συναντήσουμε το όνομα του αγίου Δημητρίου και στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία και σ’ αυτήν ακόμα τη Ρωσία, το όνομα του Αγίου Δημητρίου αγαπάται, τιμάται και λατρεύεται.

Τι ήταν ο Άγιος Δημήτριος; Καλόγερος; Σηκώθηκε και έφυγε από το σπίτι του και πήγε μέσα στα βουνά και τα λαγκάδια και ασκήτευε; Όχι. Τι ήτανε; Παπάς και δεσπότης; Όχι. Λαϊκός ήταν. Ήτανε στρατιώτης. Και όμως αγίασε. Αυτό τι σημαίνει; Ότι κανένα επάγγελμα δεν εμποδίζει ώστε να γίνη κανείς Χριστιανός και ν’ αγιάση. Και ο γεωργός που σκάβει τη γη, και ο τσομπάνος που βόσκει τα πρόβατα, και ο τεχνίτης που μαστορεύει, και ο δάσκαλος, και ο καθηγητής, και ο στρατιώτης, και ο αξιωματικός, και ο μικρός και ο μεγάλος, όλοι μπορούν να γίνουν άγιοι. Βλέπουμε δηλαδή, ότι οι άγιοι είνε απ’ όλα τα επαγγέλματα.

Άγιος λοιπόν ήτανε ο Δημήτριος. Μα τι θα πη Άγιος; Άγιος θα πη ήρωας. Όχι με τη μικρή και ταπεινή έννοια, που δίνει ο κόσμος. Ήρωα λέει ο κόσμος έναν, που πήρε τα όπλα, ανέβηκε στα βουνά, πολέμησε και σκότωσε. Αυτούς θεωρεί ήρωες και τιμά ο κόσμος. Αλλά παραπάνω από τους ήρωες αυτούς, που νικούν στα πεδία των μαχών, υπάρχουν άλλοι ήρωες, που είνε σπάνιον είδος ήρωος.

Ο Μέγας Αλέξανδρος λ.χ., που ενίκησε τον κόσμον όλο, παρεπονείτο και έλεγε ότι· Εγώ, που νίκησα τον κόσμον όλον, νικήθηκα από τα πάθη μου. Γι αυτό έλεγαν οι αρχαίοι πρόγονοί μας, ότι «το να νικά κανείς τον εαυτό του, αυτό είνε η υψίστη νίκη». Μπορεί κάποιος να υποτάξη τον κόσμο όλο, όπως ο Μέγας Αλέξανδρος, και όμως να είνε δούλος των παθών του. Ήρωας λοιπόν είνε αυτός που νικάει τα ελαττώματά του, νικάει τα πάθη του, τις κακίες, τον αμαρτωλό κόσμο που έχει μέσα στην καρδιά του. Ήρωας είνε αυτός που νικάει, όπως λένε οι πατέρες, «κόσμον, σάρκα και διάβολον». Αυτό είνε το ανώτερο είδος ηρωϊσμού.

Απ’ αυτή την άποψι ήταν ήρωας ο Άγιος Δημήτριος. Και ήταν άγιος γιατί; Πρώτα – πρώτα πίστευε στο Χριστό. Και την πίστι του αυτή δεν την έκρυβε· δεν ήταν κρυπτοχριστιανός. Όποιος έχει ένα τέτοιο βαθύ αίσθημα, δεν το κρύβει, αλλά το φανερώνει, το εκδηλώνει, το κηρύττει. Αυτό έκανε και ο Άγιος Δημήτριος. Δεν έκρυβε μόνο μέσα στην καρδιά του το όνομα του Χριστού, αλλά το φανέρωνε, το κήρυττε παντού, όπου και να ευρίσκετο.

Μέσα στην πόλι της Θεσσαλονίκης προσπαθούσε και άλλους ανθρώπους να κάνη Χριστιανούς. Δεν ησύχαζε, αν δεν έκανε τους ειδωλολάτρες Χριστιανούς. Ιδιαίτερα είχε στρέψει την προσοχή του στα παιδιά και στους νέους. Αυτούς προσπαθούσε να κερδίση για το Χριστό και σ’ αυτούς εκήρυττε τακτικά το Χριστό. Όπως σήμερα ένας κατηχητής χτυπά την καμπάνα και μαζεύει τα παιδιά και κάνει κατηχητικό σχολείο, έτσι μπορούμε να πούμε ότι έκανε και ο Άγιος Δημήτριος. Ήταν ένας λαμπρός κατηχητής, ένας λαμπρός κήρυκας της αληθείας. Μέσα στη Θεσσαλονίκη είχε μαζέψει παιδιά και εφήβους και νέους, που τους κατηχούσε. Μια ιερά φάλαγγα είχε κοντά του ο Άγιος Δημήτριος. Εκτός από τους στρατιώτες, που εκπαίδευε σαν αξιωματικός στα στρατόπεδα, είχε και έναν άλλο στρατό, ειρηνικό, πειθαρχικό στο όνομα του Χριστού· και αυτός ήταν τα παιδιά που κατηχούσε.

Γι’ αυτή τη χριστιανική δράσι, που ανέπτυσσε ο Άγιος Δημήτριος, ξεσήκωσε την αντιπάθεια των ειδωλολατρών. Τον κατηγόρησαν, τον συνέλαβαν, τον καθήρεσαν από το αξίωμά του, και τον έρριξαν στη φυλακή.

Μεταξύ εκείνων που κατηχούσε ο Άγιος Δημήτριος, το λαμπρότερο και ηρωϊκώτερο παιδί ήταν ο Νέστωρ. Τις ημέρες δε εκείνες στο μεγάλο στάδιο της Θεσσαλονίκης θα εγίνοντο αγώνες. Και για να δη τους αγώνες είχε μαζευτή χιλιάδες κόσμος. Εκεί ήταν και οι βασιλιάδες και οι άρχοντες και οι στρατιωτικοί. Τότε παρουσιάστηκε ο Λυαίος, ένας άντρας πελώριος, ύψος τρία μέτρα, γίγαντας γυμνασμένος. Ήταν θηρίο, με δύναμι τεραστία, και απειλούσε τον κόσμο όλο. Αυτός ο βάρβαρος βλαστημούσε το Χριστό, και κανείς δεν τολμούσε να τον πειράξη. Όπως το λιοντάρι, όταν ξεφύγη από το κλουβί του, το τρέμουν όλοι και κρύβονται από το φόβο, έτσι και όταν παρουσιάστηκε ο Λυαίος τρομοκράτησε όλους τους αθλητάς και δεν τολμούσε κανένας να ξεμυτίση και να βγη μπροστά του.

Ο Νέστορας όμως, παιδί 17 χρονών, είπε· Εγώ θα πολεμήσω το Λυαίο, και θα το νικήσω! Ματαίως του λέγανε· Τι κάνεις; το θάνατό σου θέλεις; αυτός είνε λιοντάρι ολόκληρο· ποιός μπορεί να τα βάλη μαζί του;… Ο Νέστορας πήγε στο κελλί του δασκάλου του, του αγίου Δημητρίου, που ήταν δεμένος μέσα στη φυλακή για την πίστι του Χριστού, και γονάτισε μπροστά του. Ζήτησε την προσευχή του. Ο Άγιος Δημήτριος τον εσταύρωσε, εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και του είπε τα εξής περίφημα λόγια. «Και Λυαίον νικήσεις και υπέρ Χριστού μαρτυρήσεις». Παιδί μου, του λέει, και το Λυαίο θα νικήσης και για το Χριστό θα μαρτυρήσης.

Πράγματι ο Νέστωρ πήγε στο στάδιο και άρχισε η μάχη. Όταν τον είδε ο Λυαίος γέλασε… Αλλά ο Νέστωρ, γεμάτος θάρρος, έκανε το σημείο του σταυρού και φώναξε· «Θεέ του Δημητρίου, βοήθει μοι». Αστραπιαίως έπεσε πάνω στο γίγαντα, τον έρριξε κάτω, και τον ενίκησε. Ο βασιλιάς Μαξιμιανός ωργίστηκε πολύ για την ήττα του Λυαίου. Δεν θέλησε να παραδεχθή το θαυμαστό αποτέλεσμα. Διέταξε να θανατώσουν το Νέστορα. Έτσι ο Νέστωρ μαρτύρησε για το Χριστό.

Και ο Άγιος Δημήτριος; Το τέλος του ήταν επίσης μαρτυρικό. Όπως μαρτύρησε ο Νέστωρ, μαρτύρησε και αυτός. Όχι μόνο με το στόμα του, αλλά και με το αίμα του. Αυτό το «Πιστεύω…», που ακούμε στη θεία λειτουργία, δεν είνε γραμμένο με μελάνι και με πέννα. Αυτό το «Πιστεύω…» είνε, αδελφοί μου, γραμμένο με το αίμα των μαρτύρων. Αυτό το «Πιστεύω…» το υπέγραψε και ο Άγιος Δημήτριος με το αίμα του.

Πήγαν στη φυλακή, που βρισκόταν, βγάλανε τα σπαθιά οι στρατιώτες, και όπως το Χριστό τον κέντησαν και από την άχραντο εκείνη πλευρά βγήκε αίμα και ύδωρ, έτσι κέντησαν και αυτόν, και από την πλευρά του Δημητρίου βγήκε μύρο, μύρο αθάνατο.

Αυτός είνε με λίγα λόγια, αγαπητοί μου, ο βίος του Αγίου Δημητρίου, που όλες οι χώρες και πολιτείες, από το Δούναβι μέχρι την Κρήτη κι από την Κέρκυρα μέχρι την Κύπρο, και πέρα στην Αυστραλία και την Αμερική, παντού, τιμούν το όνομά του. Μεγάλος άγιος.

Εκεί που θάψανε τον άγιο Δημήτριο στη Θεσσαλονίκη -δεν είνε παραμύθι- χιλιάδες κόσμος πήγαινε στον τάφο του, γυναίκες και άντρες, χήρες και ορφανά, φτωχοί και άρρωστοι, άνθρωποι που τους είχαν απελπίσει οι γιατροί και τα φάρμακα του κόσμου τούτου. Και όλοι εγίνοντο καλά. Χιλιάδες θαύματα έκανε και εξακολουθεί να κάνη ο άγιος Δημήτριος. Αλλά το πιο μεγάλο θαύμα έγινε στις ημέρες μας.

Πόσα χρόνια τώρα πέρασαν; Στην εκκλησία του την αγία είχαν μπη οι Τούρκοι και την είχαν κάνει τζαμί. Ο χότζας ανέβαινε και έλεγε «Αλλάχ αλλάχ». Πεντακόσα χρόνια ήταν εκεί οι Τούρκοι. Αλλά το 1912, τέτοια άγια μέρα, την ημέρα που εώρταζε ο άγιος, έφυγαν οι Τούρκοι, και αντί για το μισοφέγγαρο, που είχαν στο τζαμί, υψώθηκε η γαλανή σημαία, η σημαία του σταυρού.

Τέτοια άγια μέρα η Τουρκιά δεν είχε πια θέσι στην πόλι την αγία, στη Θεσσαλονίκη. Τέτοια άγια μέρα τα παιδιά της πατρίδος μας, με τη φωνή του Νέστορα «Θεέ του Δημητρίου, βοήθει μας», οι νέοι Νέστορες που πίστευαν στο Θεό, νίκησαν το Λυαίο της Ανατολής. Γιατί Λυαίος ήταν ο Τούρκος, και εξακολουθεί να είνε.

Και σήμερα στα Βαλκάνια, ο Λυαίος πάλι βγήκε. Και τον υποστηρίζουν δυστυχώς οι μεγάλοι. Κ’ εμείς; Ω Θεέ του Δημητρίου, βοήθει ημίν! Είμαστε μικροί και ασήμαντοι, περιφρονημένοι Νέστορες. Αλλ’ αυτοί οι μικροί και ασήμαντοι, αν είμεθα άνθρωποι του Θεού, άνθρωποι πιστοί, θα δώση πάλι ο Θεός να νικήσουμε το σύγχρονο Λυαίο, για μια ακόμη φορά. Και τότε και τα βουνά και τα λαγκάδια μας και οι νεκροί μας και οι τάφοι των προγόνων μας θα φωνάξουν· «Και Λυαίον νικήσεις και υπέρ Χριστού Μαρτυρήσεις». Αμήν.
 Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιωτου

Thursday, October 26, 2017

Η Παναγία, όταν έχουμε ανάγκη απαντά αμέσως στη προσευχή μας ( Άγιος Παΐσιος )

– Γέροντα, γιατί η Παναγία άλλοτε µου δίνει αµέσως αυτό που της ζητώ και άλλοτε όχι;

– Η Παναγία, όποτε έχουµε ανάγκη, απαντά αµέσως στην προσευχή µας, όποτε δεν έχουµε, µας αφήνει, για να αποκτήσουµε λίγη παλληκαριά.

Όταν ήµουν στην Μονή Φιλοθέου, µια φορά, αµέσως µετά την αγρυπνία της Παναγίας µε έστειλε ένας Προϊστάμενος να πάω ένα γράµµα στην Μονή Ιβήρων. Ύστερα έπρεπε να πάω κάτω στον αρσανά της µονής και να περιµένω ένα γεροντάκι που θα ερχόταν µε το καραβάκι, για να το συνοδεύσω στο µοναστήρι µας – απόσταση µιαµιση ώρα µε τα πόδια.
Ήµουν από νηστεία και από αγρυπνία.

Τότε την νηστεία του Δεκαπενταυγούστου την χώριζα στα δύο µέχρι της Μεταµορφώσεως δεν έτρωγα τίποτε, την ηµέρα της Μεταµορφώσεως έτρωγα, και µετά µέχρι της Παναγίας πάλι δεν έτρωγα τίποτε. Έφυγα λοιπόν αµέσως µετά την αγρυπνία και ούτε σκέφθηκα να πάρω µαζί µου λίγο παξιµάδι. Έφθασα στην Μονή Ιβήρων, έδωσα το γράµµα και κατέβηκα στον αρσανά, για να περιµένω το καραβάκι. Θα ερχόταν κατά τις τέσσερις το απόγευµα, αλλά αργούσε να έρθη.
Άρχισα εν τω µεταξύ να ζαλίζωµαι.

Πιό πέρα είχε µια στοίβα από κορµούς δένδρων, σαν τηλεγραφόξυλα, και είπα µε τον λογισµο µου: «Ας πάω να καθήσω εκεί που είναι λίγο απόµερα, για να µη µε δη κανείς και αρχίση να µε ρωτάη τι έπαθα». Όταν κάθησα, µου πέρασε ο λογισµός να κάνω κοµποσχοίνι στην Παναγία να µου οικονοµήση κάτι.

Αλλά αµέσως αντέδρασα στον λογισµο και είπα: «Ταλαίπωρε, για τέτοια τιποτένια πραγµατα θα ενοχλής την Παναγία;».

Τότε βλέπω µπροστά µου έναν Μοναχό. Κρατούσε ένα στρογγυλό ψωµι, δύο σύκα και ένα µεγάλο τσαµπι σταφύλι. «Πάρε αυτά, µου είπε, εις δόξαν της Κυρίας Θεοτόκου», και χάθηκε.

Ε, τότε διαλύθηκα µε έπιασαν τα κλάµατα, ούτε ήθελα να φάω πιά… Πα, πα! Τι Μάνα είναι Αυτή! Να φροντίζη και για τις µικρότερες λεπτοµέρειες! Ξέρεις τι θα πη αυτό!

Περί Προσευχής
Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου Λόγοι ς´
Ιερόν Ησυχαστήριον Ευαγγελιστής ο Ιωάννης ο Θεολόγος
Σουρωτή Θεσσαλονίκης

Saturday, October 21, 2017

«Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς»

«Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς»

Η δόξα των Αγγέλων…

Είσαι η δόξα των Αγγέλων, η Τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξότερα ασυγκρίτως των Σεραφείμ. Η Αγιωτέρα των Αγίων! Η χαρά του κόσμου! Είσαι αληθινά η περισσότερο από όλους αγνή μετά τον Θεό. Γι’ αυτό και η Ορθόδοξη Εκκλησία μας σε τιμά περισσότερο από όλους τους Αγίους, εσένα που έγινες εύχρηστο όργανο μέσω του οποίου ο Θεός εργάστηκε το μυστήριο της σωτηρίας μας. Εσένα που αξιώθηκες να γίνεις η μητέρα της Ζωής όχημα του Θεού Λόγου, εσένα Παναγία μας!

Μετά το Θεό τη δική σου πρεσβεία επικαλούμαστε και σε ικετεύουμε:
«Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς»… «Υπεραγία Θεοτόκε, πρέσβευε υπέρ ημών»…

Θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας μας με έργα πολλά εκφράζουν την τιμή και ευλάβεια στο πρόσωπό σου. Πολλοί ύμνοι, τροπάρια, ωδές και Κανόνες είναι αφιερωμένοι σε σένα. Ιδιαίτερα αγαπητοί σε μας τους Χριστιανούς είναι οι δύο Παρακλητικοί Κανόνες, που ψάλλουμε στην περίοδο του Δεκαπενταύγουστου:

Ο Μικρός Παρακλητικός Κανόνας ή Μικρή Παράκληση, όπως απλά τον ονομάζουμε, και ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας ή αλλιώς Μεγάλη Παράκληση. Ο πρώτος ψάλλεται και σε κάθε άλλη περίοδο του χρόνου και είναι ποίημα του μοναχού Θεοστηρίκτου. Γράφτηκε τον 9ο αι. μ.Χ. και έχει τον ίδιο αριθμό τροπαρίων με τον Μεγάλο αλλά είναι συντομότερα. Ο δεύτερος είναι ποίημα του αυτοκράτορα Νικαίας Θεοδώρου Δούκα του Λασκάρεως και γράφτηκε αργότερα τον 13ο αι. μ.Χ.
Μέσα από τα υπέροχα τροπάριά τους απευθυνόμαστε σε σένα, Παναγία μας.

Σε υμνούμε, σε δοξάζουμε, σε μεγαλύνουμε, σε ευχαριστούμε και σε ικετεύουμε. Ποιος δοκιμάζει θλίψεις, πόνους, αρρώστιες, πειρασμούς στην πορεία της μικρής ζωής πάνω στη γη;

Όμως εσύ που είσαι «η απαλλαγή των ασθενούντων» και «εν ευμενεία», δηλαδή ευνοϊκή διάθεση, επιβλέπεις και ακούς «τους καταφεύγοντας εις σε», χαρίζεις την υγεία «εις την χαλεπήν του σώματος κάκωσιν», σε κάθε οδυνηρή ταλαιπωρία του σώματός μας, όταν με πίστη προστρέχουμε στη μητρική αγκαλιά σου.
Δηλαδή μετανιωμένοι για τα σφάλματα και τα λάθη μας. Ολόκαρδα!

Από τα βάθη της ψυχής μας να σου μιλάμε. Με θέρμη ψυχής και χωρίς να σταματάμε. Ακόμη και με δάκρυα να βρέχουμε τίς προσευχές μας προς εσένα την Γοργοϋπήκοο, την Υψηλότερα των Ουρανών. Μάλιστα σε ώρες δύσκολες, κρίσιμες, να σου στέλνουμε σήμα κινδύνου και να σε φωνάζουμε «Προστασία των Χριστιανών, σπεύσον»!, «Μη παρίδης αμαρτωλών δεήσεων φωνάς αλλά πρόφθασον, ως αγαθή, εις την βοήθειαν ημών, των πιστώς κραυγαζόντων σοι».

Τρέξε και σώσε την Πατρίδα μας, την Εκκλησία μας, την οικογένειά μας, εμάς τους αδύνατους κι αμαρτωλούς, Παναγία μας. Μη παραβλέψεις τις ικεσίες μας, γιατί είσαι η Μητέρα μας και όλοι μετά το Θεό σε σένα καταφεύγουμε.
Εσένα έχουμε στήριγμα και ελπίδα, ότι θα μας οδηγήσεις στό λιμάνι της σωτηρίας.

Όλα αυτά σου τα ζητάμε, επειδή ξέρουμε πως «ουδείς προστρέχων επί σοι κατησχυμμένος από σου εκπορεύεται… αλλά λαμβάνει το δώρημα προς το συμφέρον της αιτήσεως». Εσύ που γνωρίζεις το καλό μας, πρεσβεύεις ώστε ανάλογα να είναι τα δώρα του Θεού.

Γι’ αυτό κι εμείς οι ανάξιοι δε θα σωπάσουμε ποτέ να διαλαλούμε τη δύναμη των πρεσβειών σου, που είναι πάντα ευπρόσδεκτες στον Υιό σου. Ποτέ δε θα πάψουμε να σε ικετεύουμε:
«Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς».

Σώσε μας, εσύ, που είσαι πραγματικά άξια να σε ανυμνούν και να σε μακαρίζουν όλες οι γενιές των ανθρώπων!

Sunday, October 15, 2017

Ο Ψαράς και ο Άγιος Νεκτάριος

Κάποτε ένας ψαράς, που είχε ένα μήνα χωρίς να καταφέρει να ψαρέψει τίποτα, επισκέφθηκε τον Άγιο Νεκτάριο στην μονή της Αγίας Τριάδας στην Αίγινα. Όταν βρέθηκε μπροστά του, έπεσε στα πόδια του κλαίγοντας και παρακαλώντας τον να τον βοηθήσει γιατί η περιοχή που ψάρευε είχε γεμίσει σκυλόψαρα και ο ίδιος βρισκόταν σε πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση.

Ο Άγιος, που φρόντιζε όχι μόνο για την ψυχή αλλά και για τις καθημερινές ανάγκες του ποιμνίου του, ευλόγησε τα αγκίστρια του ψαρά και τον αποχαιρέτησε δίνοντας την ευχή του. Μόλις λίγες μέρες αργότερα, ο ψαράς επέστρεψε στη μονή για να ευχαριστήσει τον Άγιο.

Το θαύμα είχε γίνει... ποτέ αυτός ο φτωχός άνθρωπος δεν είχε ψαρέψει τόσα ψάρια!



Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως

Tuesday, October 10, 2017

Kαι πώς πεθαίνει, Γέροντα, ο Εγωισμός; ( Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης )

 Όταν πληγώνεται ο εγωισμός σου, μην τον περιθάλπεις. Άφησέ τον να πεθάνει. Αν πεθάνει ο εγωισμός σου, θα αναστηθεί η ψυχή σου.

– Και πώς πεθαίνει, Γέροντα, ο εγωισμός;

– Πρέπει να θάψουμε το εγώ μας, να σαπίσει και να γίνει κοπριά, για να αναπτυχθεί η ταπείνωση και η αγάπη.

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

Wednesday, October 4, 2017

Τι Κάνουμε Μπροστά Στον Πειρασμό Και Τη Δοκιμασία.( Άγιος Παΐσιος )

Γέροντα, όταν περνούμε κάποιον πειρασμό, μια μεγάλη δοκιμασία, τι να κάνουμε;

– Τι να κάνετε; Υπομονή να κάνετε. Η υπομονή είναι το ισχυρότερο φάρμακο που θεραπεύει τις μεγάλες και μακροχρόνιες δοκιμασίες. Οι περισσότερες δοκιμασίες μόνο με την υπομονή περνούν. Η μεγάλη υπομονή ξεδιαλύνει πολλά και φέρνει θεϊκά αποτελέσματα∙ εκεί που δεν περιμένεις την λύση, δίνει ο Θεός την καλύτερη λύση.

Να ξέρετε ότι ο Θεός ευαρεστείται ,όταν ο άνθρωπος περνά δοκιμασίες και υπομένη αγόγγυστα δοξάζοντας το άγιο όνομά Του . «Μακάριος ανήρ ος υπομένει πειρασμόν», λέει ο Άγιος Ιάκωβος. Γι’ αυτό να προσευχώμαστε να μας δίνη ο Καλός Θεός υπομονή, ώστε να τα υπομένουμε όλα αγόγγυστα και με δοξολογία.
Η ζωή μας σ’ αυτόν τον κόσμο είναι μια συνεχής άσκηση και ο καθένας μας ασκείται με διαφορετικό τρόπο.

Να σκέφτεσθε τι τράβηξε ο Χριστός σ’ εκείνα τα δύσκολα χρόνια ! Πόσα προβλήματα του δημιουργούσαν οι Εβραίοι και δεν μιλούσε καθόλου! Ενώ είχε πληροφορία από τον Θεό ότι θα πάη στην Ρώμη, έμεινε στην φυλακή δυο χρόνια ,γιατί ο ηγεμόνας καθυστερούσε την δίκη.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος πάλι τι υπέφερε! Για έναν μικρό γογγυσμό υπέστη ναυάγιο… Βλέπετε, επιτρέπει ο Θεός να ταλαιπωρηθούν για μικρά πράγματα οι Άγιοι, για να έχουμε εμείς παραδείγματα, ώστε να αντιμετωπίζουμε τους πειρασμούς με υπομονή ,με προσευχή, αλλά και με χαρά.

Για να υπομείνης τον άλλον , πρέπει να τον αγαπήσης

– Γέροντα, πώς αποκτιέται η υπομονή;

– Η υπομονή έχει βάση την αγάπη. «Η αγάπη πάντα υπομένει», λέει ο Απόστολος. Για να υπομείνης τον άλλον, πρέπει να τον αγαπήσης, να τον πονέσης. Αν δεν τον πονέσης, τον βαριέσαι.

– Γέροντα, να μιλήσω για μια δυσκολία που αντιμετωπίζω ή να σιωπήσω;

– Αν δεν μιλήσης για την δυσκολία σου από αγάπη, για να μη δυσκολέψης τους άλλους, θα διατηρήσης την ειρήνη μέσα σου. Αυτή η δυσκολία θα φέρη την ευλογία του Θεού. Καλύτερα να δυσκολευθής εσύ, παρά να δυσκολευθή ο άλλος εξαιτίας σου. Μια φορά επέστρεψα αργά στο Kελλί από την Λιτανεία της Μονής Κουτλουμουσίου.

Ήμουν κατακουρασμένος και πονούσα πολύ, γιατί τότε είχα πρόβλημα με την μέση μου . Βρήκα απ’ έξω να ,με περιμένη ένα γεροντάκι ογδόντα πέντε χρονών που ήθελε να μείνη το βράδυ στο Κελλί. Είχε αφήσει και την βαλίτσα του πιο κάτω, γιατί δεν μπορούσε να την σηκώση. Αφού του εξήγησα ότι δεν μπορούσε να διανυκτερεύση σε μένα , φορτώθηκα στον ώμο μου την βαλίτσα του και τον πήγα στο ξενοδοχείο, μισή ώρα ανήφορο∙ του έδωσα και πεντακόσιες δραχμές για τα έξοδά του. Έκανα λίγη υπομονή και μετά ήμουν αναπαυμένος , γιατί αναπαύθηκε ο άλλος.

– Γέροντα, όταν η αδελφή με την οποία συνεργάζομαι είναι ζορισμένη, την λυπάμαι και την κάνω υπομονή∙ αυτό έχει μέσα αγάπη;

– Και πού ξέρεις αν δεν είσαι εσύ η αιτία που είναι η άλλη ζορισμένη και σε κάνει εκείνη υπομονή; Αν νομίζης ότι εσύ είσαι σε καλύτερη πνευματική κατάσταση και την κάνης υπομονή, τότε πρέπει να λυπάσαι τον εαυτό σου.

Όταν υπάρχη πραγματική αγάπη και υπομονή, δικαιολογεί κανείς τον άλλον, και μόνον τον εαυτό του κατηγορεί. «Θεέ μου, είμαι ένοχος, λέει, μη με υπολογίζης εμένα∙ πέταξέ με στην άκρη και βοήθησε τον άλλον». Αυτή είναι η σωστή τοποθέτηση, η οποία έχει και πολλή ταπείνωση, και τότε δέχεται ο άνθρωπος πλούσια την Χάρη του Θεού. Θα εύχωμαι να γίνης «σκύμνος» πνευματικός, σαν τα μπρούντζινα λεονταράκια που με την πλάτη στηρίζουν τα μανουάλια της εκκλησίας και ούτε ταράσσονται ούτε ακούνε ούτε μιλάνε, αλλά σηκώνουν βάρος στην πλάτη τους. Αμήν.

Από το βιβλίο: «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Ε΄ ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ»

Saturday, September 30, 2017

Προσευχή προς την Θεομήτορα (Ποίημα Οσίου Ιωάννου του Χοζεβίτου)


Παναγία Μητέρα καὶ Παρθένε,
ἐλπὶς τῆς ψυχῆς μου
σὺ εἶσαι ἡ μεσίτριά μου
στὸν ἐλεήμονα Θεό.

Ἐὰν δὲν εἶχε στοὺς οὐρανοὺς ὁ κόσμος
συγγένεια ἀπὸ τὴν γῆ
τότε ἤθελε ἐρημωθῆ ἡ ζωή,
ὅπως ἀκριβῶς ἕνα μνῆμα.

Ἐὰν δὲν ἤσουν ἐσὺ ἡ ἄνοιξις
τοῦ νοητοῦ αἰῶνος
θὰ ἦταν πάντοτε χειμώνας
κι ὁ ἥλιος δὲν θὰ χαμογελοῦσε.

Ἐὰν δὲν ἀνέτειλες ἐσὺ τὴν χαραυγὴ
στὸν κοιμισμένο κόσμο,
τότε ἡ σκιὰ τοῦ θανάτου
θὰ ἦταν παντοτεινή.

Καὶ σήμερα, Πανάχραντε,
ποὺ ὅλοι ἀκολουθοῦμε τὸ κακό,
ἐὰν Σὺ δὲν προσευχηθῆς θερμὰ
μᾶς ἐγκαταλείπει ὁ Υἱός Σου.

Στεῖλε σημεῖα μετανοίας
στὸν ταραγμένο λαὸ
καὶ δυνάμωσέ μας τὴν πίστι
στὴν πλανεμένη μας ψυχή.

Λῦσε, Πανάμωμε Μητέρα,
τὰ δεσμὰ τῆς δουλείας
καὶ δώρισε ὑπομονὴ
στοὺς βασανισμένους Χριστιανούς!!!

Tuesday, September 26, 2017

Η Ψυχή Τού Αμαρτωλού ( Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς )


Κάποιος άνθρωπος κληρονόμησε μεγάλο πλούτο από τον πατέρα του. Όμως χρησιμοποίησε όλο τον κληρονομημένο πλούτο για το χτίσιμο, τη στερέωση και τη διακόσμηση ενός σπιτιού. Και ζούσε μόνος σ’ αυτό το σπίτι. Ούτε πήγαινε σε κανέναν ούτε δεχόταν κανέναν από τους καλούς ανθρώπους. Για τον εαυτό του δεν έδινε τίποτα˙ όλα για το σπίτι. Άπλυτος , αχτένιστος, με κουρέλια, άσιτος, τσιγκούνης για τον εαυτό του και τους άλλους, τα έδινε όλα μόνο για το σπίτι, στο οποίο έμενε.

Χρόνια οι γείτονές του δεν μπόρεσαν να δουν το πρόσωπό του. Αλλά το σπίτι του απ’ έξω ήταν τόσο στολισμένο, ώστε ο καθένας από τους ξένους και τους περαστικούς αναφωνούσε από θαυμασμό. Άκουγε εκείνος ο άνθρωπος κάθε λόγο θαυμασμού για το σπίτι του, και αυτό ήταν η μόνη του ευχαρίστηση. «Πώς να ΄ναι εκείνος που κατοικεί σε τέτοιο παλάτι!», αναρωτιόντουσαν οι περαστικοί.

Αλλά το πρόσωπο του νοικοκύρη κανένας δεν είδε. Τελικά, όταν αυτός σκόρπισε για το σπίτι ό,τι είχε και δεν είχε, έφερε τον ίδιο του τον εαυτό μέχρι απελπισίας από την πείνα. Όμως μία μέρα χτύπησε κεραυνός το σπίτι του, και το έκαψε. Και το σπίτι κάηκε από τις φλόγες, και εκείνος με δυσκολία σώθηκε βγαίνοντας στο δρόμο. Βλέποντάς τον ο λαός στην πόλη, φοβήθηκε, αφού ήταν σαν σκιάχτρο: μαύρος, ξερός, κουρελιασμένος, ακάθαρτος. Και ο καθένας τον απέφευγε σαν κάποιο τέρας.

Στην απελπισία του πήρε τον δρόμο που οδηγούσε έξω από την πόλη, ούτε ξέροντας και ο ίδιος που πάει. Στον δρόμο τον συνάντησαν κάποιοι τσιγγάνοι, και είπαν μεταξύ τους: αυτός είναι ταιριαστός για το εμπόριό μας! Κι έτσι οι τσιγγάνοι τον έπιασαν, τον παραμόρφωσαν ακόμα περισσότερο, του έβγαλαν τα μάτια, του έσπασαν τα χέρια και τα πόδια, και έφυγαν μαζί του για να ζητιανεύουν ανά τον κόσμο.

Εκείνος ο άνθρωπος παριστάνει την ψυχή του αμαρτωλού. Ο μεγάλος πλούτος είναι τα μεγάλα δώρα του Θεού. Το χτίσιμο, το στερέωμα και το στόλισμα ενός σπιτιού σημαίνει τη φροντίδα αποκλειστικά για το σώμα και τη σαρκική ζωή. Αφρόντιστος, κουρελιασμένος, και άσιτος άνθρωπος είναι η παραμελημένη, γυμνή και άσιτη ψυχή μέσα στο σώμα. Ο κεραυνός είναι ο ξαφνικός θάνατος.


Οι άνθρωποι στην πόλη, οι οποίοι τον αποστρέφονται σαν κάποιο τέρας, είναι οι άγγελοι του Θεού, οι οποίοι αποστρέφονται τη σιχαμερή ψυχή του αμαρτωλού. Οι τσιγγάνοι σημαίνουν τα μαύρα δαιμόνια, που αγαπούν και πιάνουν όμοιούς τους.

(Από το βιβλίο: Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Δεν φτάνει μόνον η πίστη…».

Wednesday, September 20, 2017

Τότε είδα με χρυσά γράμματα μήκους ενός μέτρου μπροστά εις το σώμα του Αγίου τρία γράμματα «Ναί»

Ένα ακόμα θαυμαστό περιστατικό από την ζωή των οσίων γερόντων του Αγίου Όρους, που συνέβη στον Μακαριστό Γέρων Εμμανουήλ Γρηγοριάτη (1918-2008)
~ Ἐγώ κάποτε, ὡς Μοναχός θυμᾶμαι, ἤμουν πολύ ἄρρωστος. ῎Επρεπε νά κάνω μία ἐγχείρησι στήν καροτίδα. Οἱ ἰατροί μοῦ εἶπαν, ὅτι ἐάν δέν τήν κάνω, θά τελειώσω τήν ζωήν μου σέ ὀλίγες ἡμέρες. Ἐάν θά τήν κάνω, θά συμβοῦν δύο πράγματα· ἤ θά πεθάνω ἐπάνω εἰς τήν ἐγχείρησι, ἤ θά παραμείνω «φυτό».

Εἶπα στόν ἑαυτόν μου, ὅτι ἐκείνη τήν νύκτα θά κάνω ἀγρυπνία, νά παρακαλέσω τόν Χριστό, τούς ῾Αγίους μας, νά μέ πληροφορήσουν τί πρέπει νά κάνω. Προσευχόμουν ὄρθιος ἐπί ἀρκετές ὧρες. Κουράσθηκα κάι κάθισα λίγο νά ξεκουρασθῶ. Τότε μέ πῆρε ὁ ὕπνος καί εἶδα τό ἑξῆς ὄνειρο.

Εἶδα ὅτι εὑρισκόμουν σέ μία ἐκκλησία. Στό τέμπλο τῆς ὁποίας οἱ ῞Αγιοι ἦσαν διαστάσεων τριῶν μέτρων καί φάρδους δύο μέτρων. Μέ θαυμασμό ἔβλεπα, ὅτι τά πρόσωπα τοῦ Χριστοῦ, καί τῆς Παναγίας, ἦσαν ζωντανά, δηλαδή ἐστέκοντο ἐκεῖ ὡς ζωντανοί ἄνθρωποι. Ἐπλησίασα στόν Χριστό, τοῦ ἔβαλα τρεῖς μετάνοιες, καί τοῦ εἶπα·

«Πές μου Δέσποτα Χριστέ μου, εἶναι θέλημά σου νά γίνῃ ἡ ἐγχείρησις ἤ ὄχι;»

Ἐκεῖνος μοῦ χαμογέλασε χωρίς νά μοῦ μιλήσῃ. Μετά ἐπῆγα δίπλα στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Στεκόταν σοβαρή, ὁλόσωμη καί μέ ἐκύτταζε. Τῆς εἶπα:

«Παναγία μου, ἐσύ εἶσαι ἡ ἐγγυήτριά μου στόν Χριστό γιά τήν σωτηρία μου. Σέ παρακαλῶ, πές μου τί νά κάνω;»

Καί ἐκείνη μοῦ χαμογέλασε χωρίς νά μοῦ μιλήσῃ. Τότε ἀναρωτήθηκα εἰς τόν ὕπνο μου:

«Σέ ποῖον ῞Αγιο ἄραγε νά εἶναι ἀφιερωμένη αὐτή ἡ ἐκκλησία;».

Κυττάζω δίπλα, καί τί βλέπω; Τόν ῞Αγιο Μηνᾶ. Αὐτόν τόν ῞Αγιο τόν εὐλαβούμην ἀπό χρόνια καί τόν αἰσθανόμουν στενό φίλο καί σύντροφό μου σέ κάθε δυσκολία μου. ῞Οταν τόν εἶδα τοῦ εἶπα:

«῞Αγιε Μηνᾶ μου, ἐδῶ εἶσαι καί δέν μοῦ μιλᾶς; Εἶσαι ἡ τελευταία μου ἐλπίδα. Σέ παρακαλῶ μή παραβλέψῃς τόν πόνο μου καί τήν δυσκολία πού μέ βρῆκε. Πές μου καθαρά, μέ ἕνα ναί ἤ ἕνα ὄχι, διατί καί ἀγράμματος καί χονδροκέφαλος εἶμαι. Νά γίνῃ ἡ ἐγχείρησις ἤ νά μή γίνῃ;».

Τότε εἶδα μέ χρυσᾶ γράμματα μήκους ἑνός μέτρου μπροστά εἰς τό σῶμα τοῦ ῾Αγίου τρία γράμματα «Ναί».

῎Αρχισα νά κλαίω ἀπό τήν χαρά μου, νά κάνω προσευχές εὐχαριστίας καί νά τρέχω πλέον στούς ἰατρούς, νά τούς εἰπῶ, ὅτι ἐπιθυμῶ νά κάνω τήν ἐγχείρησι. ῎Εγινε ἡ ἐγχείρησις, χωρίς κανένα πρόβλημα, καί ἐπέστρεψα στό κελλίον μου. Δόξα σοι ὁ Θεός καί ὁ ῞Αγιος Μηνᾶς, βοήθειά μας νά εἶναι πάντοτε.

από το βιβλίο: «ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΙΚΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ» – Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ

Saturday, September 16, 2017

Θαύμα Αγίου Γεωργίου: Έσωσε την κόρη του βασιλιά από τον δράκοντα

Ένα Θαύμα Αγίου Γεωργίου Μεγαλομάρτυρα και Τροπαιοφόρου που εκείνη την εποχή δεν είχε μαρτυρήσει ακόμα για την Χριστιανική πίστη.
Θαύμα Αγίου Γεωργίου: Έσωσε την κόρη του βασιλιά από τον δράκοντα

Στην Ανατολική επαρχία της Αττάλειας και στην πόλη Αλαγία βασίλευε κάποιος Σέλβιος που ήταν πολύ Χριστιανομάχος. Είχε βασανίσει πολλούς Χριστιανούς για ν’ αρνηθούν την πίστη τους και έπειτα τους φόνευε.

Κοντά στην πόλη υπήρχε ένας δράκοντας φοβερός που καθημερινά άρπαζε ανθρώπους ή ζώα και τα κατάτρωγε. Οι κάτοικοι είχαν πανικοβληθεί και απόφευγαν να περνούν από εκεί. Κάποτε ο βασιλιάς συγκέντρωσε στρατό και πήγε για να σκοτώσει το άγριο θηρίο. Όμως δεν πέτυχε και επέστρεψε άπρακτος.

Όταν είδαν οι κάτοικοι ότι ο βασιλιάς απέτυχε να σκοτώσει τον δράκοντα πήγαν να τον ρωτήσουν γιατί δεν μπόρεσε να βρει τρόπους να εξοντώσει το θηρίο. Τότε ο βασιλιάς ύστερα από συμβουλή που του έδωσαν οι ιερείς των ειδώλων, είπε στο πλήθος: «Γνωρίζετε ότι επιχειρήσαμε αρκετές φορές να σκοτώσουμε το θηρίο και δεν το κατορθώσαμε, γιατί έτσι ήταν το θέλημα των θεών. Τώρα λοιπόν, σύμφωνα με την εντολή τους, θα πρέπει ο καθένας μας να στέλλει το παιδί του για να το τρώει ο δράκοντας. Ακόμα και εγώ θα στείλω την μοναδική μου κόρη, όταν έλθει η σειρά της». Έτσι, λοιπόν, ο λαός υπάκουσε στην διαταγή του βασιλιά γιατί δεν μπορούσε να κάνει αλλιώτικα. Έστελναν, δηλαδή τα παιδιά τους με δάκρυα και με θρήνους να καταβροχθίζονται από το θηρίο.
Όταν ήλθε και η σειρά της κόρης του βασιλιά, ξετυλίχθηκαν τραγικές σκηνές.

Ο βασιλιάς κτυπούσε το στήθος του και το πρόσωπο του, τραβούσε τα γένια του και με λυγμούς έλεγε: «Αλίμονο σε μένα τον ταλαίπωρο! Τι να πρωτοκλάψω γλυκό μου παιδί; Το χωρισμό μας ή τον ξαφνικό σου θάνατο που θα δω σε λίγο; Τι να πρωτοθρηνήσω, αγαπημένο μου παιδί, το κάλλος σου ή τον τρόμο, που σε λίγο θα νοιώσεις σαν σε κατασπαράζει το θηρίο; Αλίμονο, κόρη μου, που έλαμπες σαν πολύφωτη λαμπάδα στο παλάτι μου και περίμενα την ώρα που θα γιόρταζα τους γάμους σου.

Πού θα βρω πια παρηγοριά και πως θα ζήσω μακριά σου; Τι την θέλω την ζωή και τα παλάτια χωρίς εσένα;» Αυτά έλεγε ο απαρηγόρητος βασιλιάς. Έπειτα γύρισε προς το πλήθος και είπε: «Αγαπητοί μου φίλοι και άρχοντες, σας ζητώ να με συμπονέσετε. Σας προσφέρω πλούτη όσα θέλετε και ακόμα την βασιλεία μου, αλλά να μου κάνετε μια χάρη. Να μου χαρίσετε το μονάκριβο παιδί, αλλιώτικα αφήστε και εμένα να πάω μαζί της». Κανένας όμως δεν συγκινήθηκε από τα λόγια του βασιλεία, γιατί αυτός ήταν που έβγαλε την διαταγή, για να βρίσκουν τα παιδιά του τέτοιο οικτρό τέλος. Έτσι με μια φωνή όλοι του είπαν, ότι έπρεπε να εφαρμοστεί και στο παιδί του η διαταγή του.
Σαν δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά ο βασιλιάς, την συνόδευσε μέχρι την πύλη της πόλης. Αφού την αγκάλιασε και την φίλησε, την παρέδωσε στους ανθρώπους για να την οδηγήσει στην λίμνη. Πραγματικά οι άνθρωποι την άφησαν και έφυγαν. Ο λαός έβλεπε μέσα από τα τείχη την κόρη που καθόταν κοντά στην λίμνη και περίμενε να έλθει το θηρίο για να την κατασπαράξει.

Εκείνο τον καιρό ο μέγας Γεώργιος, που δεν είχε ακόμη ομολογήσει την Χριστιανική του πίστη, ήταν κόμης και αρχηγός στρατιωτικής μονάδας στο στράτευμα του Διοκλητιανού. Επέστρεφε μάλιστα στην Καππαδοκία από μια εκστρατεία που έκανε μαζί με τον Διοκλητιανό. Από Θεού θέλημα πέρασε και από την λίμνη και όταν είδε το νερό, θέλησε να ποτίσει το άλογο του και να ξεκουραστεί και ο ίδιος. Όταν είδε την κόρη να κλαίει ασταμάτητα και να διακατέχεται από αγωνία και τρόμο, την πλησίασε και την ρώτησε γιατί έκλεγε και ακόμη ποιος ήταν ο λόγος που την παρακολουθούσε ο λαός μέσα από τα τείχη. Η κόρη του είπε ότι αδυνατούσε να του διηγηθεί τα όσα συνέβησαν και τα όσα επρόκειτο να συμβούν και τον παρακάλεσε να καβαλήσει το άλογο του και να φύγει, όσο πιο γρήγορα μπορούσε γιατί κινδύνευε να χάσει την ζωή του και ήταν τόσο νέος και ωραίος.
Ο Άγιος Γεώργιος επέμενε να μάθει τι της συνέβηκε. Και αυτή του είπε: «Είναι μεγάλη η αφήγηση, κύριε μου, και δεν μπορώ να σου τα αφηγηθώ όλα με λεπτομέρειες. Μόνο σου λέγω και σε παρακαλώ να φύγεις τώρα αμέσως για να μην πεθάνεις άδικα μαζί μου». Και ο Άγιος της είπε: «Πες μου την αλήθεια, γιατί κάθεσαι εδώ και ορκίζομαι στον Θεό, που πιστεύω εγώ, ότι δεν θα σε αφήσω μόνη, αλλά θα σε ελευθερώσω από τον θάνατο, αλλιώτικα θα πεθάνω και εγώ μαζί σου».

Τότε η κόρη αναστέναξε πικρά και διηγήθηκε στον Άγιο τα όσα συνέβησαν. Αφού άκουσε εκείνος τα γεγονότα, ρώτησε την κόρη: «Σε ποιο Θεό πιστεύουν ο πατέρας σου και η μητέρα σου και ο λαός;» Και εκείνη του αποκρίθηκε: «Πιστεύουν στον Ηρακλή και στην μεγάλη θεά Άρτεμη». Ο άγιος τότε της είπε: «Από σήμερα να μην φοβάσαι ούτε και να κλαις. Μόνο πίστεψε στον Χριστό, που πιστεύω εγώ, και θα δεις την δύναμη του Θεού μου». Η βασιλοπούλα απάντησε στον Άγιο: «Πιστεύω, κύριε μου, μ’ όλη μου την ψυχή και μ’ όλη μου την καρδιά». Ο Άγιος συνέχισε: «Έχε θάρρος στον Θεό που δημιούργησε τον ουρανό και την γη και την θάλασσα διότι ο Χριστός πρόκειται να καταργήσει την δύναμη του θηρίου και θα ελευθερωθούν και ακόμα θα διώξουν τον φόβο του θηρίου όλοι οι κάτοικοι του τόπου αυτού. Μείνε, λοιπόν, εδώ και μόλις δεις το θηρίο να έρχεται, φώναξε μου».
Τότε ο Άγιος Γεώργιος έκλεινε τα γόνατα του στη γη και αφού σήκωσε τα χέρια του προς τον ουρανό προσευχήθηκε και είπε: «Ο Θεός ο Μεγάλος και Δυνατός που κάθεται πάνω στα χερουβίμ και επιβλέπει αβύσσους, που είναι ευλογητός και υπάρχει στους αιώνες, συ γνωρίζεις ότι οι καρδίες είναι μάταιες, Συ φιλάνθρωπε Δεσπότη και κύριε επίβλεψε και τώρα σε μένα τον ταπεινό και ανάξιο δούλο σου και φανέρωσε μου τα ελέη σου. Κάνε να υποτάξω το φοβερό αυτό Θηρίο για να γνωρίσουν όλοι ότι υπάρχεις μαζί μου και ότι είσαι ο μόνος αληθινός Θεός». Τότε ακούστηκε φωνή από τον ουρανό που του είπε. «Εισακούστηκε η δέηση σου Γεώργιε, και κάνε όπως θέλεις, διότι εγώ θα είμαι πάντοτε μαζί σου». Μόλις τελείωσε την προσευχή του ο Άγιος, φάνηκε το άγριο θηρίο. Όταν το είδε η κόρη φώναξε: «Αλλοίμονο μου, κύριε μου! Έρχεται το θηρίο για να με κατασπαράξει».

Τότε ο Άγιος Γεώργιος έτρεξε για να συναντήσει το θηρίο. Ήταν το θηρίο φοβερό. Έβγαζε από τα μάτια του φωτιά και ήταν τόσο εξαγριωμένο και απαίσιο που παρουσίαζε θέαμα τρομερό. Αμέσως ο Άγιος έκανε το σημείο του τιμίου Σταυρού και είπε: «Κύριε ο Θεός μου, ημέρεψε για χάρη μου, που είμαι δούλος σου, το θηρίο αυτό για να πιστέψει ο λαός στο όνομα Σου το Άγιο».

Έτσι και έγινε. Ο φοβερός δράκοντας με τα μεγάλα δόντια έπεσε στα πόδια του αλόγου του Αγίου και βρυχούταν. Μόλις η βασιλοπούλα είδε το θέαμα, ένοιωσε χαρά μεγάλη. Και ο Άγιος της είπε: «Βγάλε την ζώνη σου και δέσε με αυτή τον δράκοντα από τον λαιμό». Αμέσως τότε η κόρη άφοβα έβγαλε την ζώνη της και έδεσε το δράκοντα, και ευχαριστούσε τον Άγιο που την γλίτωσε από τον βέβαιο θάνατο. Ο Άγιος αφού ανέβηκε στο άλογο του, είπε προς την βασιλοπούλα: «Σύρε τον δράκοντα με την ζώνη σου μέχρι την πόλη».

Όταν είδαν οι κάτοικοι το παράξενο θέαμα, την κόρη δηλαδή να σέρνει δεμένο τον δράκοντα, τράπηκαν σε φυγή. «Μη φοβάσθε, σταθείτε και θα δείτε την δόξα του Θεού και την σωτηρία σας» τους είπε ο Άγιος Γεώργιος. Τότε σταμάτησαν όλοι απορημένοι και περίμεναν να δουν τι θα τους δείξει. Τους προέτρεψε λοιπόν, να πιστέψουν στον αληθινό Θεό και αυτοί δέχτηκαν με χαρά. Αφού σήκωσε το χέρι του κτύπησε με το ακόντιο τον δράκοντα και το φοβερό τέρας σκοτώθηκε. Έπειτα αφού πήρε από το χέρι την βασιλοπούλα, την παρέδωσε στον βασιλιά. Όλοι ένοιωσαν μεγάλη και ανέκφραστη χαρά και αφού γονάτισαν, κατάφιλούσαν τα πόδια του Αγίου και ευχαριστούσαν τον Πανάγαθο Θεό, διότι τους ελευθέρωσε από το Θηρίο κι έτσι σταμάτησε η θυσία των παιδιών τους.
Ο Άγιος Γεώργιος κάλεσε από κάποια πόλη της Αντιόχειας τον επίσκοπο Αλέξανδρο και βάπτισε τον βασιλιά και τους άρχοντες και όλο το λαό. Μέσα σε δεκαπέντε μέρες βάπτισε σαράντα πέντε χιλιάδες.

Αφού λοιπόν βαπτίστηκαν όλοι και έγινε μεγάλη χαρά στη γη και στον ουρανό, έκτισαν και μια μεγάλη εκκλησία στο όνομα του Θεού. Ο Άγιος πήγε να την δει. Μόλις μπήκε στο Άγιο βήμα και προσευχήθηκε, βγήκε πηγή αγιάσματος και σκορπίστηκε ευωδία στον ναό. Η πηγή αυτή σώζετε μέχρι σήμερα.

Ο Άγιος Γεώργιος αφού αποχαιρέτησε τον βασιλιά και το λαό, έφυγε για την πατρίδα του την Καππαδοκία. Στο δρόμο του συνάντησε το διάβολο μετασχηματισμένο σε μορφή ανθρώπου. Κρατούσε δύο ραβδιά στα οποία στηριζόταν σαν γέρος. Φαινόταν μάλιστα σαν νικημένος και καταφρονημένος στρατιώτης. Είπε, λοιπόν με ταπείνωση στον Άγιο: «Χαίρε Γεώργιε». Ο Άγιος αμέσως κατάλαβε ότι ήταν ο διάβολος και του είπε: «Ποιος είσαι και πώς με ξέρεις; Αν δεν ήσουνα ο πονηρός διάβολος δεν θα μπορούσες να με ξέρεις, αφού ποτέ ξανά δεν με έχεις δει». Ο διάβολος απάντησε: «Πώς τολμάς να υβρίζεις του αγγέλους του Θεού και ρωτάς ποιος είμαι εγώ; Μάθε να μιλάς καλά».
Ο Άγιος τότε αποκρίθηκε: «Αν είναι έτσι όπως μου τα λες και είσαι Άγγελος, ακολούθησε με. Αν όμως είσαι πνεύμα πονηρό, να μην μετακινηθείς από την θέση σου». Μόλις τέλειωσε το λόγο του αυτό ο Άγιος, ο διάβολος βρέθηκε δεμένος και φώναξε δυνατά: «Αλλοίμονο μου! Τι κακή ώρα ήταν αυτή που σε συνάντησα! Τι κακό έπαθα να πέσω στα χέρια σου ο ταλαίπωρος!».

Ο Άγιος βεβαιώθηκε ότι ήταν πνεύμα πονηρό και του είπε: «Σε ορκίζω στο Θεό να μου πεις τι επρόκειτο να μου κάνεις». Και ο δαίμονας είπε: «Εγώ, Γεώργιε, είμαι από το δεύτερο τάγμα του Σατανά και όταν ο Θεός έκαμε τον ουρανό και διαχώριζε τη γη από τα νερά ήμουνα παρών. Εγώ έκαμα φοβερές βροντές και αστραπές, εγώ έδεσα κεφαλές και τώρα από την περηφάνια μου κατάντησα κάτω στον Άδη και έγινα δαίμονας. Αλλοίμονο μου , Γεώργιε, γιατί ζήλεψα τη χάρη που σου δόθηκε και ήθελα να σε παραπλανήσω για να με προσκυνήσεις. Αλλά πλανήθηκα. Αλλοίμονο μου τι κακό εζήτησα να πάθω και δεν μπορώ να λυθώ. Σε παρακαλώ Γεώργιε, θυμήσου την προηγούμενη μου ευτυχία και μη με αφήσεις να επιστρέψω στην άβυσσο γιατί σου τα είπα όλα».

Τότε ο Άγιος αφού ύψωσε τα χέρια στον ουρανό είπε: «Σ’ ευχαριστώ Κύριε μου, διότι μου παρέδωσες στα χέρια μου τον πονηρό δαίμονα, που πρόκειται να σταλεί σε σκοτεινό τόπο για να τιμωρείται αιώνια». Μόλις είπε αυτά ο Άγιος επετίμησε και απόλυσε το πονηρό πνεύμα.

Monday, September 11, 2017

Όσοι έχετε νέα παιδιά... ( Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου )

Όσοι έχετε νέα παιδιά και πρόκειται να τα οδηγήσετε στον κοσμικό βίο, να τα παρακινήτε γρήγορα για τον γάμο. Στους νέους είναι εξημμένες και ενοχλητικές οι σαρκικές επιθυμίες. 
 
Γι' αυτό στον προ του γάμου καιρό να τους συγκρατήτε με συμβουλές, με απειλές, με φόβους, με υποσχέσεις, με αναρί­θμητα άλλα. Όταν όμως είναι καιρός γάμου, να μη αναβάλλετε να τους στεφανώνετε.
 
Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου

Thursday, September 7, 2017

Ας προσπαθήσουμε όλοι να γίνουμε γνώστες του Λόγου Του Κυρίου.

Με οδηγούς μας τον Χριστό, την Παναγία ,τους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας και Τον Άγιον Αρχάγγελων και πάντων των Αγίων ας προσπαθήσουμε όλοι να γίνουμε γνώστες του Λόγου Του Κυρίου.

Tuesday, September 5, 2017

ΈΝΑ ΆΓΝΩΣΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΤΑΞΙΑΡΧΗ.



Θα ήθελα κι εγώ να σας ιστορήσω κάτι θαυμαστό που έζησα με τη χάρη του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Ήθελα καιρό να σας γράψω αλλά τώρα πήρα την απόφαση γιατί θεώρησα ότι η δημοσίευση των θαυμάτων είναι προς δόξα Θεού και ψυχικό όφελος των αναγνωστών.

Ονομάζομαι Αγγελική Μελετίου και μένω στη Λειβαδιά Βοιωτίας. Ήταν αρχές Απριλίου του 2013 όταν στη ζωή μου συνέβησαν τα παρακάτω που θα αναφέρω. Θέλω να επισημάνω επίσης, ότι δε γνώριζα για το Μοναστήρι του Ταξιάρχη στο Μανταμάδο της Λέσβου, καθώς και για τη θαυμαστή εικόνα του, τη θαυμαστώς φτιαγμένη από χώμα και αίμα σφαγιασθέντων μοναχών.

Αισθάνθηκα εκείνο τον καιρό κάποια ενόχληση στο στήθος. Στην αρχή δεν έδωσα και πολύ σημασία όταν όμως αυτές οι ενοχλήσεις γίνανε πιο αισθητές και συνεχόμενες, αποφάσισα να πάω στο γιατρό να κάνω προληπτικές εξετάσεις. Στο υπερηχογράφημα που έκανα, διαπιστώθηκε μια σκιά λίγων εκατοστών, η οποία, όπως είπε ο γιατρός, έχρηζε περαιτέρω εξετάσεων.

Ο πόνος που ένιωθα, στη συνέχεια ήταν αρκετά μεγάλος και είχα αρχίσει να σκέφτομαι το κακό και να ανησυχώ! Εξάλλου σαν χαρακτήρας, είμαι και φοβική στις ασθένειες. Εκείνες τις ημέρες εστίαζα σε αρνητικές σκέψεις και φοβόμουν πως κάτι κακό θα μου συμβεί! Οι σκέψεις αυτές άλλαξαν τη ζωή μου.

Ήμουν σκεπτική, κάπως απλησίαστη, αφηρημένη. Ο νους μου ταξίδευε σε φουρτουνιασμένο πέλαγος, σκοτεινό, άγνωστο. Χιλιάδες σκέψεις πλέκονταν στο μυαλό μου και με κούραζαν, με μπέρδευαν, με φόβιζαν, με μελαγχολούσαν. Πέρασε λίγος καιρός. Όταν ένα βράδυ είδα ένα ζωντανό και φοβερό όνειρο. Ήμουν στο πατρικό μου σπίτι, στο χωριό, και είχα ετοιμαστεί να βγω έξω.

Κατέβηκα τις σκάλες του σπιτιού μου, έφτασα στην εξώπορτα και με ένα φόβο και ανήσυχη, ξεκίνησα να βαδίζω το στενό δρομάκι που βγάζει στον κεντρικό δρόμο του χωριού. Είχα κάπως απομακρυνθεί από το σπίτι και τότε άκουσα μια δυνατή ανδρική φωνή να με φωνάζει με το όνομα μου: «Αγγελικήηηη»! Γυρίζω και βλέπω έξω από το σπίτι μου, έναν άγνωστο ψηλό και αθλητικό άνδρα με πολύ ωραίο πρόσωπο.

Ήταν σε απόσταση από μένα και βαδίζοντας αγέρωχα, με πλησίασε!

-«Γιατί βιάζεσαι; Γιατί φοβάσαι;», με ρωτάει και μια λάμψη άρχιζε να τον λούζει!

-«Ποιος είσαι», τον ρωτάω και γω με τη σειρά μου.

-«Γιατί φαίνεται να μ’ αποφεύγεις; Είμαι εδώ για σένα...», μου ξαναλέει χωρίς να απαντήσει στην ερώτησή μου.

-«Ποιος είσαι;» τον ξαναρωτάω.

-«Έχω το όνομα του νονού σου» μου λέει!

Το νονό μου τον λένε Ταξιάρχη! Ένα ρίγος πέρασε όλο μου το σώμα και ένιωθα ότι θα λιποθυμήσω! Κρατήθηκα. Όταν θυμάμαι αυτή τη σκηνή, Πάτερ μου, με πιάνουν τα ίδια ρίγη που ένιωσα τότε την πρώτη φορά! Ήταν τόσο ζωντανός μπροστά μου, που η εικόνα του σφραγίστηκε στο μυαλό μου και δεν θέλει να ξεθωριάσει καθόλου από τότε.

Δεν μιλούσα καθώς τον κοίταζα· μου μίλησε πάλι εκείνος:

-«Συνέχισε το δρόμο σου, πήγαινε και μη φοβάσαι, έχεις εμένα τώρα δίπλα σου»!

Μόλις τέλειωσε η τελευταία του φράση, εξαφανίστηκε! Χάθηκε! Εγώ, γύρισα και συνέχισα το δρόμο μου, με το αίμα μου θαρρείς συγκεντρωμένο στο κεφάλι μου.

Όταν ξύπνησα, είχα τόσο έντονες τις εικόνες στο μυαλό μου σαν να τις είχα ζήσει στην πραγματικότητα. Ένιωθα να είχα πυρετό. Οι παλμοί της καρδιάς μου ανεβασμένοι, ήταν σαν να μιλούσα με το άγνωστο παλληκάρι στην πραγματικότητα πριν λίγο. Η έγνοια μου και η φροντίδα μου, από την ίδια ημέρα κιόλας, ήταν να ψάχνω να βρω ποιος άγιος ήταν αυτός ο νέος γιατί μόνο ένας άγιος θα είχε αυτή τη φωτεινή και γλυκιά μορφή, όπως ήταν η φωτεινή μορφή του νέου στο όνειρό μου.

Μάζευα εικόνες διάφορες του Ταξιάρχη, μα δεν έμοιαζε καμιά! Μετά από κόπο και έρευνα, μια φίλη μου, μου έδειξε μια μικρή πλαστικοποιημένη εικόνα του Ταξιάρχη του Μανταμάδου, με διπλή όψη. Αμέσως αναγνώρισα τη μορφή του Νέου του ονείρου μου. Ήταν η εικόνα της μιας πλευράς, που έδειχνε τη μεγάλη εικόνα, την ολόσωμη, στο έμπας της εσωτερικής αυλής του Ναού!

Μπορείτε να καταλάβετε Πάτερ μου, τη μεγάλη συγκίνησή μου; Και δεν ήταν μόνο συγκίνηση, αλλά και χαρά! Γιατί σύμφωνα με τα τελευταία λόγια του παλληκαριού του ονείρου μου, εγώ ήμουν υπό της μεγάλης του προστασίας του! Μετά από λίγες ημέρες έπρεπε να πάω για επανεξέταση στο γιατρό.

Παρ’ ότι είχα τη βεβαία πίστη ότι ο προστάτης μου θα με φυλάξει, θα με προστατεύσει και θα εξαφανίσει το κακό, ό,τι και αν είναι, όταν είδα μπροστά μου το ιατρικό τραπέζι και ο γιατρός μού είπε να ξαπλώσω για την εξέταση, ταράχθηκα. Με έπιασε μια αγωνία, που σα γομολάστιχα ήθελε να μου σβήσει όλη τη καλή ψυχική διάθεση και εμπιστοσύνη προς τον Άγιο.

Τινάχθηκα, σαν να ήθελα να διώξω από πάνω μου τις κακές σκέψεις και την αγωνία. Ο γιατρός, που δε γνώριζε τον εσωτερικό μου κόσμο εκείνη τη στιγμή, με ρώτησε.

-«Τι έπαθες, κρυώνεις; Είσαι καλά; Φοβάσαι;»

Στην τελευταία λέξη του γιατρού «φοβάσαι», συνήλθα. «Όχι, είπα μέσα μου. Δε φοβάμαι! Έχω προστάτη και βοηθό τον Ταξιάρχη, γιατί να φοβηθώ;». «Ταξιάρχη μου σε χρειάζομαι, βοήθησέ με, στάσου δίπλα μου», είπα με συναίσθηση των λέξεων μου, από μέσα μου.

Αυτή η αντίδρασή και η προσευχή μου, σαν ενδοφλέβια ένεση, άρχισε να με ηρεμεί. Ξάπλωσα στο τραπέζι. Ο γιατρός έκανε τον υπέρηχο.

-«Έχεις τον παλιό υπέρηχο;», με ρωτά, κάπως προβληματισμένος.

-«Ναι γιατρέ, είναι στην τσάντα μου.» Τον έδωσα. Τον κοίταξε με προσοχή δυο-τρεις φορές και πάλι αρχίζει με το μηχάνημα να με εξετάζει.

-«Τίποτα!!! Και πάλι τίποτα!!!», μουρμούρισε. «Δεν υπάρχει το ελάχιστο, κοπέλα μου! Ούτε η σκιά που έβλεπα την άλλη φορά και είναι απεικονισμένη στην εξέταση, ούτε κάτι παρόμοιο». «Κοίταξες καλά γιατρέ; Κοίταξε σε παρακαλώ, να είμαστε σίγουροι». «Κοιτάζω, μου λέει κοπέλα μου, δεν βλέπω κάτι! Περίεργο, πολύ περίεργο».

Τα είχε, ο καημένος, χαμένα. Καμιά διάγνωση άλλη δεν μπορούσε να πει, παρά ότι το μέρος είναι πεντακάθαρο. Στο τέλος αποφάνθηκε: «Ίσως το απορρόφησε ο οργανισμός σου», μου είπε συλλογισμένος. Έτσι λοιπόν ήξερα από εκείνη την ήμερα και έπειτα πως δεν ήμουν μόνη.

Ήξερα πως ποτέ ξανά δεν θα είμαι μόνη μιας και το όνειρο ήταν αληθινό! Έτρεμα από χαρά που ήξερα πως έχω έναν φύλακα Άγγελο!!! Είπα και στο γιατρό μου το περιστατικό. Εκείνος έκανε τον σταυρό του. Μεγάλη η χάρη σου Ταξιάρχη μου. Σε ευχαριστώ και θα σε δοξάζω όσο ζω και αναπνέω!
http://apantaortodoxias.blogspot.ca/

Friday, September 1, 2017

Τριών τρόπων της προσευχής ( Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος )


Τρεις είναι οι τρόποι της προσοχής και της προσευχής, με τους οποίους η ψυχή ή υψώνεται ή γκρεμίζεται· υψώνεται όταν τους μεταχειρίζεται σε κατάλληλο καιρό, γκρεμίζεται όταν τους κατέχει παράκαιρα και ανόητα. Η νήψη λοιπόν και η προσευχή είναι δεμένες όπως η ψυχή με το σώμα και η μία χωρίς την άλλη δεν μπορεί να σταθεί. Αυτά τα δύο συνδέονται μεταξύ τους με δύο τρόπους. Πρώτα η νήψη αντιστέκεται στην αμαρτία, σαν εμπροσθοφυλακή, και κατόπιν ακολουθεί η προσευχή, η οποία θανατώνει παρευθύς και αφανίζει όλους εκείνους τους αισχρούς λογισμούς που εξουδετέρωσε πρωτύτερα η προσοχή· γιατί αυτή μόνη της δεν μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο. Αυτή η δυάδα, δηλαδή η προσοχή και η προσευχή, είναι η πύλη της ζωής και του θανάτου, κι όταν με τη νήψη φυλάγομε καθαρή την προσευχή, βελτιωνόμαστε, ενώ όταν δεν προσέχομε και τη μολύνομε και τη διαφθείρομε, αυξανόμαστε στην κακία. Επειδή λοιπόν, όπως είπαμε, οι τρόποι της προσοχής και προσευχής είναι τρεις, πρέπει να πούμε και τα ιδιώματα του κάθε τρόπου ώστε, όποιος θέλει να βρει τη ζωή και να εργαστεί, να βεβαιωθεί από αυτές τις τρεις ξεχωριστές καταστάσεις και να διαλέξει το καλύτερο, και όχι από άγνοια να κρατήσει το χειρότερο και να διωχθεί έτσι από το καλύτερο.


Περί της πρώτης προσευχής

Της πρώτης προσευχής τα ιδιώματα είναι τα εξής. Όταν κανείς στέκεται σε προσευχή και σηκώνει στον ουρανό τα χέρια και τα μάτια και το νου του και σχηματίζει ο νους του θεία νοήματα και ουράνια κάλλη, ταξιαρχίες Αγγέλων και κατοικητήρια Αγίων και γενικά, όλα όσα άκουσε από τις Γραφές, αυτά στον καιρό της προσευχής τα συναθροίζει στο νου του και παρακινεί την ψυχή του σε θείο πόθο, ατενίζοντας σταθερά στον ουρανό, και μερικές φορές χύνοντας και δάκρυα από τα μάτια του, με αυτό τον τρόπο λίγο-λίγο υπερηφανεύεται η καρδιά του και επαίρεται, και του φαίνεται πως αυτά που γίνονται είναι από χάρη θεϊκή προς παρηγοριά του, κι εύχεται να βρίσκεται πάντοτε σε τέτοια εργασία.


Όλα αυτά είναι σημάδια της πλάνης, γιατί το καλό δεν είναι καλό, όταν δε γίνει με τρόπο καλό. Αν λοιπόν ένας τέτοιος άνθρωπος αποσυρθεί σε άκρα ησυχία, είναι αδύνατο να μην τρελαθεί· κι αν τύχει να μην πάθει κάτι τέτοιο, όμως είναι αδύνατο να αποκτήσει τις αρετές ή να φτάσει στην απάθεια. Με τούτο τον τρόπο πλανήθηκαν κι εκείνοι που βλέπουν φως αισθητά και νιώθουν κάποιες ευωδίες με την όσφρησή τους κι ακούνε φωνές κι άλλα πολλά παρόμοια. Και άλλοι από αυτούς δαιμονίστηκαν και γυρίζουν έξαλλοι από τόπο σε τόπο και από χώρα σε χώρα· άλλοι πάλι δεν κατάλαβαν αυτόν που μετασχηματίζεται σε άγγελο φωτός και πλανήθηκαν με το να τον δεχτούν κι έμειναν στο εξής αδιόρθωτοι ως το τέλος, χωρίς να δέχονται καμία συμβουλή από ανθρώπους. Άλλοι από αυτούς παρακινήθηκαν από το διάβολο που τους απάτησε και σκοτώθηκαν μόνοι τους, άλλοι δηλαδή γκρεμίστηκαν κι άλλοι κρεμάστηκαν. Και ποιος μπορεί να διηγηθεί όλες τις διάφορες μορφές της απάτης του διαβόλου; Πλην από αυτά που είπαμε, κάθε φρόνιμος άνθρωπος μπορεί να καταλάβει ποιο είναι το κέρδος από τον πρώτο τρόπο της προσοχής. Κι αν τύχει κανείς να μην πάθει αυτά που είπαμε, επειδή βρίσκεται μαζί με άλλους (γιατί αυτά τα παθαίνουν οι αναχωρητές που είναι μόνοι τους), όμως περνά όλη του τη ζωή απρόκοπος.

Περί της δεύτερης προσευχής

Η δεύτερη προσευχή είναι η εξής. Όταν ο νους συνάγει τον εαυτό του από όλα τα αισθητά και φυλάγεται από τις εξωτερικές αισθήσεις και συνάγει όλους τους λογισμούς, αλλά χωρίς να το καταλαβαίνει πορεύεται μάταια· και πότε εξετάζει τους λογισμούς του, πότε προσέχει στα λόγια της ικεσίας που λέει προς το Θεό· κι άλλοτε επαναφέρει στον εαυτό του τους λογισμούς που αιχμαλωτίστηκαν, ενώ άλλοτε, αφού κυριεύθηκε ο ίδιος από κάποιο πάθος, αρχίζει πάλι με βία να επιστρέφει στον εαυτό του. Έχοντας τούτο τον πόλεμο, δεν είναι δυνατό να ειρηνέψει αυτός ποτέ ή να λάβει το στέφανο της νίκης.


Γιατί ο τέτοιος άνθρωπος μοιάζει μ' εκείνον που κάνει πόλεμο μέσα στη νύχτα, ο οποίος ακούει τις φωνές των εχθρών και δέχεται πληγές από αυτούς, μα δεν μπορεί να δει καθαρά ποιοι είναι και από πού ήρθαν και πώς και γιατί τον πληγώνουν, επειδή το σκότος που έχει στο νου του προξενεί αυτή τη ζημία, και δεν είναι δυνατό ποτέ να γλυτώσει όποιος κάνει αυτόν τον πόλεμο από τους νοητούς εχθρούς του που τον συντρίβουν. Και υπομένει τον κόπο, αλλά χάνει το μισθό. Αλλά και εξαπατάται από την κενοδοξία, χωρίς να το καταλαβαίνει, και του φαίνεται πως είναι τάχα προσεκτικός· και καθώς κυριεύεται και εμπαίζεται από αυτή, συχνά καταφρονεί από υπερηφάνεια τους άλλους και τους κατηγορεί ως απρόσεκτους και συστήνει τον εαυτό του ως ποιμένα προβάτων, μοιάζοντας με τυφλό που υπόσχεται να οδηγεί άλλους τυφλούς.


Τούτος είναι ο δεύτερος τρόπος της προσευχής κι από αυτά μπορεί ο φιλόπονος να μάθει τη ζημία που προξενεί. Όμως η δεύτερη προσευχή είναι καλύτερη από την πρώτη, όπως η νύχτα με πανσέληνο από τη νύχτα χωρίς άστρα και φεγγάρι.

Περί της τρίτης προσευχής

Ιδού αρχίζομε να μιλάμε περί της τρίτης προσευχής. Αυτή είναι πράγμα παράδοξο και δυσκολοερμήνευτο· και σ' εκείνους που την αγνοούν, όχι μόνο είναι δυσκολοκατάληπτη, αλλά σχεδόν και απίστευτη, επειδή δεν συναντάται στους πολλούς· και καθώς νομίζω, αυτό το καλό έφυγε από μας μαζί με την υπακοή. Γιατί η υπακοή απαλλάσσει τον εραστή της από τις επιδράσεις του παρόντος πονηρού κόσμου και τον ελευθερώνει από μέριμνες και εμπαθείς προσκολλήσεις και τον κάνει πρόθυμο και άοκνο στον ζητούμενο σκοπό του, αν βέβαια αυτός έχει βρει απλανή οδηγό. Από ποια πρόσκαιρα δηλαδή θα νικηθεί ο νους εκείνου που με την υπακοή νεκρώθηκε για κάθε εμπαθή προσκόλληση στον κόσμο ή το σώμα του; Η, από ποια μέριμνα μπορεί να δεσμευθεί εκείνος που ανέθεσε κάθε μέριμνα της ψυχής και του σώματός του στο Θεό και στον πνευματικό του πατέρα και δε ζει πλέον για τον εαυτό του, ούτε επιθυμεί να είναι αρεστός σε ανθρώπους; Από αυτά, οι νοητές περικυκλώσεις των αποστατών δαιμόνων, οι οποίες σαν σχοινιά σύρουν το νου σε πολλούς και διάφορους λογισμούς, διαλύονται· και τότε ο νους μένει ελεύθερος και πολεμά με εξουσία και ερευνώντας τους λογισμούς των δαιμόνων τους αποδιώχνει με επιτηδειότητα και προσφέρει με καθαρή καρδιά τις προσευχές του στο Θεό. Αυτή είναι η αρχή της μοναχικής πολιτείας, κι όσοι δεν κάνουν τέτοια αρχή μάταια κοπιάζουν.


Η αρχή τώρα της τρίτης προσευχής δεν είναι να κοιτάζει κανείς στον ουρανό και να σηκώνει τα χέρια του και να συνάγει τους λογισμούς και να ζητά βοήθεια από τον ουρανό· αυτά, καθώς είπαμε, είναι ιδιώματα του πρώτου τρόπου της πλάνης. Μήτε πάλι, όπως στη δεύτερη προσευχή, ο νους αρχίζει να φυλάγεται από τις έξω αισθήσεις του και να μη βλέπει τους εσωτερικούς εχθρούς. Γιατί ένας τέτοιος βάλλεται από τους δαίμονες, μα δε βάλλει εναντίον τους· πληγώνεται, και δεν το ξέρει· πιάνεται αιχμάλωτος, και δεν μπορεί να αμυνθεί σ' αυτούς που τον αιχμαλωτίζουν πάντοτε οι αμαρτωλοί (δαίμονες) σχεδιάζουν κακά πίσω από την πλάτη του ή μάλλον μπροστά στα μάτια του και τον κάνουν κενόδοξο και υπερήφανο.

Αλλά αν συ θέλεις να κάνεις αρχή αυτής της φωτογεννήτρας και τερπνής εργασίας, βάλε πρόθυμα αρχή ως εξής. Ύστερα από την τέλεια υπακοή που ο λόγος περιέγραψε πρωτύτερα, χρειάζεται να κάνεις και όλα σου τα έργα με συνείδηση καθαρή, γιατί χωρίς υπακοή ούτε καθαρή συνείδηση υπάρχει. Και τη συνείδησή σου πρέπει να τη φυλάγεις πρώτον απέναντι στο Θεό· δεύτερον, απέναντι στον πνευματικό σου πατέρα· και τρίτον, απέναντι στους ανθρώπους και τα πράγματα του κόσμου. Απέναντι στο Θεό οφείλεις να φυλάξεις τη συνείδησή σου έτσι ώστε να μην κάνεις εκείνα πού ξέρεις πως δεν αναπαύουν το Θεό, μήτε του αρέσουν. Απέναντι στον πνευματικό σου πατέρα, ώστε να κάνεις όλα εκείνα που σου λέει σύμφωνα με το σκοπό του, χωρίς να προσθέτεις ή να παραλείπεις. Απέναντι στους ανθρώπους πρέπει να φυλάγεις τη συνείδηση ώστε να μην κάνεις στον άλλο εκείνα που εσύ μισείς, και στα πράγματα του κόσμου πάλι οφείλεις να φυλάγεσαι από την μη ορθή χρήση σε κάθε περίπτωση, και στο φαγητό και στο ποτό και στην ενδυμασία· και γενικά, όλα πρέπει να τα κάνεις σαν να ήσουν μπροστά στο Θεό, χωρίς να σε ελέγχει σε κάτι η συνείδησή σου.

Αφού λοιπόν προλειάναμε και προετοιμάσαμε το δρόμο της αληθινής προσοχής, ας πούμε, αν θέλετε, μερικά σύντομα και σαφή περί των ιδιωμάτων της. Η αληθινή και απλανής προσοχή και προσευχή είναι αυτή· να φυλάγει ο νους την καρδιά όταν προσεύχεται και να περιστρέφεται πάντοτε μέσα σ' αυτή και από εκείνο το βάθος να αναπέμπει τις δεήσεις προς τον Κύριο. Και αφού εκεί μέσα γευθεί ότι είναι χρηστός ο Κύριος, δε βγαίνει πλέον από τον τόπο της καρδιάς, γιατί λέει κι αυτός σαν τον Απόστολο: «Είναι ωραία να είμαστε εδώ». Και παρατηρώντας συνεχώς τους εκεί τόπους, χτυπά και διώχνει τα νοήματα που σπέρνει ο εχθρός. Σ' εκείνους όμως που έχουν άγνοια, αυτό το σωτήριο έργο φαίνεται πολύ σκληρό και δύσκολο· και είναι αληθινά εξαντλητικό το πράγμα και επίπονο, όχι μόνο για τους αμύητους, αλλά και για εκείνους που έλαβαν χωρίς πλάνη την πείρα του μα δε δέχτηκαν και δεν έστειλαν την ηδονή του στο βάθος της καρδιάς. Εκείνοι όμως που απόλαυσαν την ηδονή που έχει και γεύθηκαν τη γλυκύτητά της με το φάρυγγα της καρδιάς τους, μπορούν να αναφωνούν μαζί με τον Παύλο: «Ποιος θα μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; κλπ.».

Γιατί οι άγιοι Πατέρες μας, ακούγοντας τον Κύριο πού λέει πως από την καρδιά μας βγαίνουν πονηροί λογισμοί, φόνοι, μοιχείες, κλεψιές, ψευδομαρτυρίες, και πως αυτά είναι που μολύνουν τον άνθρωπο, και που συμβουλεύει να έχομε καθαρό το εσωτερικό του ποτηριού για να γίνει και το απέξω καθαρό, άφησαν κάθε άλλο τρόπο εργασίας των αρετών και αγωνίστηκαν γι' αυτή τη φύλαξη της καρδιάς, ξέροντας πολύ καλά πως μαζί με αυτή θα μπορέσουν χωρίς κόπο να ασκήσουν και κάθε άλλη πνευματική εργασία, ενώ χωρίς αυτή δεν είναι δυνατό να παραμείνει καμία αρετή. Αυτήν, μερικοί από τους Πατέρες την ονόμασαν καρδιακή ησυχία· άλλοι, προσοχή· άλλοι, φύλαξη της καρδιάς· άλλοι, νήψη και αντίρρηση· άλλοι, έρευνα των λογισμών και φύλαξη του νου· όλοι όμως με αυτή καλλιέργησαν τη γη της καρδιάς τους και με αυτή αξιώθηκαν να τραφούν με το θείο μάννα. Γι' αυτή λέει ο Εκκλησιαστής: «Ευφραίνου, νέε, στη νεότητά σου και περπάτα στους δρόμους της καρδιάς σου άμωμος και διώξε από την καρδιά σου τον παροργισμό. Αν το πνεύμα αυτού που εξουσιάζει έρθει καταπάνω σου, μην αφήσεις τον τόπο σου»· λέγοντας τόπο εννοεί την καρδιά, όπως λέει και ο Κύριος: «Από την καρδιά βγαίνουν πονηροί διαλογισμοί». Λέει ακόμη: «Μη σκορπίζετε το νου σας εδώ κι εκεί», και: «Τί στενή είναι η πύλη και δύσκολη η οδός που οδηγεί στη ζωή!», και πάλι: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι», εκείνοι δηλαδή που δεν απέκτησαν μέσα τους καμία έννοια τούτου του κόσμου. Λέει και ο Απόστολος Πέτρος: «Να είστε νηφάλιοι και άγρυπνοι· ο αντίπαλος σας διάβολος περιφέρεται σαν το λιοντάρι που ουρλιάζει ζητώντας ποιον να καταπιεί κλπ.».

Και ο Παύλος αναφέρεται ολοφάνερα στη φύλαξη της καρδιάς όταν γράφει προς τους Εφεσίους: «Η πάλη μας δεν είναι εναντίον όντων από αίμα και σάρκα». Και οι θείοι Πατέρες μας έγραψαν πολλά για τη φυλακή της καρδιάς, κι όποιος θέλει ας διαβάσει τα συγγράμματά τους να δει όσα δηλαδή έγραψε ο ασκητής Μάρκος και όσα λέει ο Ιωάννης της Κλίμακας και ο Ησύχιος και ο Φιλόθεος Σιναΐτης και ο Ησαΐας και ο Βαρσανούφιος και το βιβλίο «Παράδεισος Πατέρων» (Γεροντικό). Και τι λέω πολλά; Κανείς δεν μπόρεσε, αν δε φύλαξε το νου του, να φτάσει στην καθαρότητα της καρδιάς, για να γίνει άξιος να δει το Θεό. Γιατί χωρίς την προσοχή κανείς δεν μπορεί να γίνει "πτωχός τω πνεύματι", μήτε μπορεί να πενθήσει ή να πεινάσει και να διψάσει τη δικαιοσύνη, και χωρίς νήψη κανείς δεν μπορεί να είναι αληθινά ελεήμων ή καθαρός στην καρδιά ή ειρηνοποιός ή διωγμένος για χάρη της δικαιοσύνης· και για να πω γενικά, με κανένα τρόπο δεν μπορεί κανείς ν' αποκτήσει όλες τις θεόπνευστες αρετές, παρά με τη νήψη. Για τούτο περισσότερο απ' όλα αυτή πρέπει να επιμεληθείς, για να καταλάβεις με τη δοκιμή τα λεγόμενά μου, που είναι άγνωστα σε όλους τους ανθρώπους. Και αν θέλεις να μάθεις και τον τρόπο της προσευχής, θα σου πω με τη δύναμη του Θεού και περί τούτου όσο μπορώ.

Πριν απ' όλα, τρία πράγματα πρέπει να αποκτήσεις κι έπειτα να κάνεις αρχή στην αναζήτησή σου. Αυτά είναι: αμεριμνία από κάθε πράγμα, είτε παράλογο, είτε εύλογο, δηλαδή νέκρωση απ' όλα· συνείδηση καθαρή, δηλαδή να φυλάγεις τον εαυτό σου ακατηγόρητο από τη συνείδησή σου· και απροσπάθεια, δηλαδή να μην κλίνεις σε κανένα πράγμα του κόσμου τούτου, ούτε αυτού του σώματός σου. Έπειτα κάθισε σε κελί ήσυχο και σε μία μοναχική γωνιά και πρόσεξε να κάνεις ό,τι σου λέω· κλείσε τη θύρα και μάζεψε το νου σου από κάθε μάταιο και πρόσκαιρο πράγμα, και τότε ακούμπησε στο στήθος το πηγούνι σου, στρέφοντας τα αισθητά μάτια μαζί με όλο το νου στο κέντρο της κοιλιάς, δηλαδή στον ομφαλό, και κράτησε και την αναπνοή από τη μύτη για να μην αναπνέεις ανεμπόδιστα, και ερεύνησε νοητά στα έγκατα σου να βρεις τον τόπο της καρδιάς όπου είναι στη φύση τους να συνδιατρίβουν όλες οι ψυχικές δυνάμεις.

Στην αρχή έχεις να βρεις σκότος κι ανυποχώρητη σκληρότητα· αν όμως επιμείνεις κι εργαστείς αυτό το έργο νύχτα και μέρα, θα βρεις, ω του θαύματος, ατέλειωτη ευφροσύνη. Γιατί όταν ο νους βρει τον τόπο της καρδιάς, βλέπει παρευθύς εκεί μέσα εκείνα που δεν ήξερε ποτέ του. Βλέπει δηλαδή τον αέρα που βρίσκεται μέσα στην καρδιά και τον εαυτό του φωτεινό και γεμάτο διάκριση. Και στο εξής, από όποιο μέρος εμφανιστεί κανένας λογισμός, πριν ακόμη να σχηματιστεί ή να ειδωλοποιηθεί, τον διώχνει και τον αφανίζει με την επίκληση του Ιησού Χριστού. Και από εδώ ό νους, μνησικακώντας κατά των δαιμόνων, σηκώνει καταπάνω τους τη φυσική οργή και κυνηγά και χτυπά τους νοητούς εχθρούς. Τα υπόλοιπα θα τα μάθεις με τη βοήθεια του Θεού μόνος σου, με τη φύλαξη του νου σου και κρατώντας στην καρδιά τον Ιησού· γιατί λέει κάποιος: «Να κάθεσαι στο κελί σου και αυτό θα σε διδάξει τα πάντα».

Ερώτηση - Απόκριση

Ερώτηση: Και γιατί η πρώτη και η δεύτερη φύλαξη δεν μπορούν να οδηγήσουν στην τελείωση τον μοναχό;


Απόκριση: Γιατί δεν τις μεταχειριζόμαστε με τη σειρά που πρέπει. Ο Ιωάννης της Κλίμακος αυτά τα παρομοιάζει με μία κλίμακα, λέγοντας: «Άλλοι περιορίζουν τα πάθη· άλλοι ασχολούνται με την ψαλμωδία και αφιερώνουν σε αυτή τον περισσότερο χρόνο· άλλοι καταγίνονται με τη νοερά προσευχή· και άλλοι ενατενίζουν στη θεωρία και ζούνε στο βυθό. Στο πρόβλημα αυτό ας χρησιμοποιηθεί το παράδειγμα της κλίμακας.» Όσοι λοιπόν θέλουν να ανεβούν μία κλίμακα, δεν αρχίζουν από επάνω προς τα κάτω, αλλά από κάτω επάνω, και ανεβαίνουν το πρώτο σκαλί κι έπειτα το επόμενο κι όλα τα πιο πάνω· κι έτσι μπορεί κανείς να σηκωθεί από τη γη και ν' ανεβεί στον ουρανό. Αν λοιπόν θέλομε να γίνομε τέλειοι άνδρες με την πληρότητα του Χριστού, ας αρχίσομε σαν βρέφη την κλίμακα που είπαμε, ώστε με τις διάφορες μεθηλικιώσεις να φτάσομε διαδοχικά τα μέτρα του παιδιού, του άνδρα και του πρεσβυτέρου.

Πρώτη ηλικία της μοναχικής ζωής είναι ο περιορισμός των παθών, που είναι έργο των αρχαρίων.


Δεύτερη βαθμίδα και μεθηλικίωση, που από έφηβο τον κάνει νέο πνευματικά, είναι η απασχόληση με την ψαλμωδία. Γιατί μετά τον κατευνασμό και τη μείωση των παθών, η ψαλμωδία προξενεί γλυκύτητα στη γλώσσα και λογίζεται ευάρεστη στο Θεό, αφού δεν είναι δυνατό να ψάλλομε στο Θεό σε γη ξένη, δηλαδή σε εμπαθή καρδιά. Τούτο είναι το σημάδι αυτών που προκόβουν.


Τρίτη βαθμίδα και μεθηλικίωση αυτού που από νέος γίνεται πνευματικά άνδρας, είναι η επιμονή στην προσευχή, που είναι σημάδι αυτών που έχουν προκόψει. Και διαφέρει η προσευχή από την ψαλμωδία όσο ο ώριμος άνδρας από το νέο και από τον έφηβο, ανάλογα με το βαθμό πού έχομε.

Εκτός από αυτές, τέταρτη βαθμίδα και μεθηλικίωση πνευματική είναι του πρεσβυτέρου και ασπρομάλλη· η αταλάντευτη δηλαδή ενατένιση της θεωρίας, η οποία είναι των τελείων. Ιδού, συμπληρώθηκε η οδός και πήρε τέλος η κλίμακα. Αυτά λοιπόν έτσι είναι κι έτσι θεσπίστηκαν από το Πνεύμα, και δεν είναι δυνατό να ανδρωθεί το νήπιο και να γίνει ασπρομάλλης γέροντας, παρά με το να αρχίσει όπως είπαμε από την πρώτη βαθμίδα και περνώντας ορθά από τις τέσσερις ν' ανεβεί στην τελειότητα.

Ξεκίνημα για να έρθει στο φως αυτός που θέλει να αναγεννηθεί πνευματικά, είναι η μείωση των παθών, δηλαδή η φύλαξη της καρδιάς· διαφορετικά είναι αδύνατο να μειωθούν τα πάθη, γιατί από την καρδιά προέρχονται, καθώς λέει ο Σωτήρας, οι πονηροί διαλογισμοί που μολύνουν τον άνθρωπο. Δεύτερη μετά από αυτά είναι η επίταση της ψαλμωδίας. Γιατί αφού κατευναστούν και λιγοστέψουν τα πάθη με την εναντίωση σ' αυτά της καρδιάς, η επιθυμία της συμφιλιώσεως με το Θεό φλογίζει το νου. Και από αυτό δυναμώνει ο νους και χτυπά και διώχνει τους λογισμούς που περιτριγυρίζουν την επιφάνεια της καρδιάς. Και έπειτα πάλι ασχολείται το πιο πολύ με τη δεύτερη προσοχή και προσευχή. Και τότε προβάλλει η αντεπίθεση των πονηρών πνευμάτων και τα πνεύματα των παθών αναταράζουν σφοδρά την άβυσσο της καρδιάς. Όμως με την επίκληση του Κυρίου Ιησού Χριστού αφανίζονται και λιώνουν σαν το κερί. Και πάλι αφού διωχτούν από εκεί, αναταράζουν μέσω των αισθήσεων την επιφάνεια του νου. Και για τούτο γρήγορα αισθάνεται ο νους τη γαλήνη σ' αυτόν, πλην να γλυτώσει τελείως από αυτά και να μην τα πολεμά, είναι αδύνατο. Τούτο έχει δοθεί μόνο σ' εκείνον που έφτασε στη βαθμίδα του τέλειου άνδρα, που έχει αναχωρήσει από όλα τα ορατά και παραμένει συνεχώς στην προσοχή της καρδιάς.

Από αυτά ο προσεκτικός υψώνεται σιγά-σιγά στη σύνεση του ασπρομάλλη γέροντα, δηλαδή στην άνοδο της θεωρίας, πράγμα που είναι των τελείων.
Όποιος λοιπόν τα μεταχειρίζεται αυτά ορθά και στον καιρό του το καθένα, αυτός μπορεί, μετά την αποβολή των παθών από την καρδιά του, και στην ψαλμωδία να επιδοθεί και ν' αντιπολεμήσει τους λογισμούς που ξεσηκώνονται μέσω των αισθήσεων και ταράζουν την επιφάνεια του νου, και στον ουρανό να υψώνει τα αισθητά μαζί με τα νοητά μάτια όταν χρειαστεί, και να προσεύχεται αληθινά και καθαρά· τούτο όμως να το κάνει σπάνια, για το φόβο των δαιμόνων που ενεδρεύουν στον αέρα. Γιατί τούτο μόνο ζητά ο Θεός από μας, να είναι καθαρμένη η καρδιά μας με τη φύλαξη· κι αν η ρίζα είναι αγία, καθώς λέει ο Απόστολος, φανερό είναι πως και οι κλάδοι είναι άγιοι κι ο καρπός. Χωρίς όμως τον τρόπο που είπαμε, όποιος σηκώνει τα μάτια και το νου του στον ουρανό και θέλει να φαντάζεται κάποια νοητά, αυτός σχηματίζει μέσα του είδωλα και όχι την αλήθεια· γιατί με το να είναι ακάθαρτη η καρδιά του δεν προκόβει ούτε η πρώτη ούτε η δεύτερη προσοχή. Όταν δηλαδή θέλομε να κτίσομε ένα σπίτι, δε βάζομε πρώτα τη σκεπή κι υστέρα το θεμέλιο, γιατί τούτο είναι αδύνατο· αλλά πρώτα βάζομε το θεμέλιο κι ύστερα κτίζομε το σπίτι και τότε βάζομε και τη σκεπή. Έτσι πρέπει να κάνομε και σ' αυτά που λέμε. Πρώτα να βάλομε πνευματικό θεμέλιο, δηλαδή να φυλάξομε την καρδιά και να λιγοστέψομε σε αυτή τα πάθη· κι ύστερα να κτίσομε τους τοίχους του πνευματικού σπιτιού, δηλαδή να αποκρούομε με τη δεύτερη προσοχή τη θύελλα των πονηρών πνευμάτων που ξεσηκώνουν οι εξωτερικές αισθήσεις και να ξεφεύγομε το γρηγορότερο από αυτόν τον πόλεμο. Και τότε να στήσομε και τη σκεπή με την τέλεια στροφή προς το Θεό και την αναχώρηση, οπότε ολοκληρώνομε το πνευματικό μας σπίτι με τη δύναμη του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας. Σε Αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων.

Αμήν

Sunday, August 27, 2017

Μην τολμήσεις να με πάρεις από τη θέση μου γιατί το αίμα σου θα χυθεί στη μαρμάρινη κολώνα και ή μπότα σου με το πιστόλι σου θα μείνουν στο μάρμαρο της Εκκλησίας




Ό θεολόγος Καθηγητής Ευαγγέλου Πασχάλης, διηγήθη εις τους μαθητάς του Γυμνασίου Καβάλας τo έτος 1953, τα πει της βουλγαρικής θρυλουμένης Μπότας, της Είκοσιφοινίσσης.

Προκάλεσε δε τον θαυμασμό εις τούς μαθητάς και ο Γυμνασιόπαις Απόστολος Κοσμίδης από το Κρυόνερο Καβάλας, το διατηρεί ζωντανό στη μνήμη του και το διηγείται ως έξης:

Προ του 1920 λέγει, ήτο ανώμαλος ή κατάστασης εις Μακεδονία. Έφτασαν με αποστολή εις το Παγγαίο τρεις χιλιάδες (3.000) στρατός τακτικός Ρωσοβούλγαροι (Βούλγαροι καταταγμένοι στο Ρωσικό Στρατό) να συλήσουν την Αχειροποίητο Εικόνα της Παναγίας εις Βουλγαρία.

Επί κεφαλής ήσαν 4 αξιωματικοί. Σχέδιο τους ήτο, σε περίπτωση εναντιώσεως των Μοναχών, να προβάλλον αντίσταση την ιερά Εικόνα της Είκοσιφοινίσσης, οχυρούμενοι όπισθεν αυτής, βέβαιοι όντες ότι οι Μοναχοί, οίτινες ευλαβούνται την Παναγία, δεν θα επιτεθούν κατά της ιεράς Εικόνος και ούτω θα διευκολύνωντο να τη απαγάγουν πονηρώς από την ιερά Μονή. Ταύτα εσκέφθησα άλλ” επλανήθησαν.

Στρατοπέδευσαν λοιπόν κρυφά, στα δάσος της ιεράς Μονής την πρωτεραίαν μέρα της εισβολής των, άλλ” ό επί κεφαλής αξιωματικός είδε όνειρο την Παναγία μας και του είπε:

«Σκοπεύεις να πάρεις αύριο το πρωί την Εικόνα μου από το Μοναστήρι της Είκοσιφοινίσσης; Πρόσεξε καλά, μην τολμήσεις να με πάρεις από τη θέση μου γιατί το αίμα σου θα χυθεί στη μαρμάρινη Κολώνα και ή μπότα σου με το πιστόλι σου θα μείνουν λάφυρα κάτω στο μάρμαρο της Εκκλησίας».



Ό αξιωματικός Βούλγαρος το διηγηθεί εις τους άλλους 3 αξιωματικούς χωρίς βεβαίως να το λάβουν σοβαρός ύπ” όψιν. Όνειρο είναι, τίποτα δεν είναι, είπαν.

Το πρωί άρχισαν το σχέδιο τους. Ό στρατός έμεινε στον Πλάτανο έξω της Ιεράς Μονής. Οι 4 αξιωματικοί προχώρησαν προς την Εκκλησία. Πρώτος μπήκε εις τον κυρίως Ναό ο επί κεφαλής αξιωματικός, πού είδε το όνειρο και οι άλλοι 3 αξιωματικοί ακολουθούσαν.

Πριν δε εισέλθουν οι 3 αξιωματικοί εις τον κυρίως Ναό, στον Νάρθηκα παρουσιαστή βγαίνων από τον Ναό ο Χριστός μας ως δεκαετές παιδίον και τους είπε: «Μην είσέλθητε διότι θα τιμωρηθείτε παραδειγματικός!». Ούτω σταμάτησαν εις την θύρα.


Μόλις ο επί κεφαλής αξιωματικός Βούλγαρος άγγιξε την θαυματουργών Εικόνα της Παναγίας, αυτομάτως αόρατος δύναμις τον ξετίναξε με βία στη μαρμάρινη Κολώνα αριστερά, έσπασε το κεφάλι του και ξεψύχησε. Το αίμα του, ή μπότα του, το πιστόλι του, έμειναν αποτυπωμένα εις τα μάρμαρα της Εκκλησίας, εις το μέσον αυτής διακρινόμενα μέχρι της σήμερον.



Οι τρεις αξιωματικοί Βούλγαροι με αγωνία βλέπον από την ανοικτή θύρα το θαύμα και κιτρίνισαν εκ του τρόμου των.


Την στιγμήν αυτήν παρουσιάζεται στους στρατιώτες, πού άνέμενον το ποθούμενο έξω της Μονής, ένας παράξενος άνδρας πού είχε -μία ταινία πάνω του γραμμένη με χρυσά γράμματα Άγιος Νεκτάριος» και τούς είπε: «Μη προχωρείτε, θα σας αφανίσω όλους σας.

Ούτε βήμα δεν έκαμαν προς την ιερά Μονή οι 3 χίλιαζες στρατιώτες, άλλα μαζί με τούς 3 αξιωματικούς γύρισαν άπρακτοι. Αύτη είναι ή ωραία ιστορία της Είκοσιφοινίσσης.

Καυχάται ή Τήνος διά την θαυματουργό Εικόνα του Εύαγγελιστού Λουκά. Καυχάται ή Ελλάδα όλη για την Αχειροποίητο Εικοσιφοίνισσα της Μακεδονίας μας. Ορθώς λέγει και ό Ήρωελεγειακός στίχος: «Μη νομίζεις αυτό το μέγιστο θαύμα παρόμοιο με άλλο από εκείνα τα θαύματα, όσα άλλα έγένοντο εις την γήν». Διότι στο ραϊσμένο αυτό σανίδι «Κάθισε- ή Παναγία μας με τον Θεάνθρωπο Υιόν της ως Βρέφος.

Το φώς ήτο όμοιο με το της Βάτου στο Όρος Σινά. θεοβάδιστο το Όρος. Παναγιοβάδιστο και Άγιοβάδιστο το Μοναστήρι, τουτέστιν Φοβερός ό τόπος ούτος.

ΒΙΒΛΙΟΓ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΕΙΚΟΣΙΦΟΙΝΙΣΣΗΣ ΠΑΓΓΑΙΟΥ ΑΘΗΝΑ 1973.


http://www.pentapostagma.gr